Κυριακή 30 Οκτωβρίου 2016

Αντεστραμμένη τρυφερότητα

«Αναισθησία» της Δέσποινας Πυρκεττή στο Θέατρο Σκάλα

Αν η επιφυλακτικότητα των θεατρικών σχημάτων απέναντι στην εγχώρια δραματουργική παραγωγή έχει ως ένα βαθμό ξεπεραστεί, αυτό αποτελεί κατάκτηση της διαδικασίας του προγράμματος PLAY. Έφερε στο προσκήνιο έναν εποικοδομητικό διάλογο σχετικά με την κυπριακή θεατρική γραφή και ώθησε τη δημιουργική της εξέλιξη, αρκετά πριν το Σχέδιο Θυμέλη «αναγκαστεί» να υπερθεματίσει με σοβαρά κίνητρα το ανέβασμα κυπριακών έργων.

Δεν είναι της στιγμής να ψέξουμε τον ΘΟΚ για την αψυχολόγητη απόφασή του να εγκαταλείψει το πρόγραμμα. Αφορμή για το σημείωμα αυτό είναι η περίπτωση της Δέσποινας Πυρκεττή και το ανέβασμα του έργου της «Αναισθησία» από το Θέατρο Σκάλα. Η Πυρκεττή θα μπορούσε να χαρακτηριστεί «παιδί» του PLAY μέσω του οποίου είδε το έργο της «Sommerfugl» να βρίσκει το δρόμο προς μια επαγγελματική θεατρική σκηνή. Έτσι, το νέο έργο είναι έμμεσα καρπός του, ένα παράδειγμα ότι ο ωραίος εκείνος σπόρος έχει βλαστήσει.

Η δαιδαλώδης πολυπλοκότητα των ανθρώπινων σχέσεων, όπως προκύπτει στα ενδότερα ενός φορτισμένου συγγενικού περιβάλλοντος, μοιάζει να είναι το προτιμητέο πεδίο έρευνας για τη συγγραφέα. Η περίπτωση της «Αναισθησίας» διακρίνεται από τα στοιχεία ενός αυστηρού, ίσως και λίγο παλιομοδίτικου δράματος, που άπτεται θεματικά της πατρικής αναλγησίας και της διαχείρισης των επιπτώσεών της μέσα στο σκληρό καβούκι μιας δυσλειτουργικής οικογένειας. Η οικογενειακή γαλήνη είναι ένα άπιαστο όνειρο και η πραγματικότητα μια ζώσα κόλαση. Τα πάντα μοιάζουν ραγισμένα και υποβόσκει συνεχώς μια καταπιεσμένη καταιγίδα. Από μια κλωστή κρέμεται συνεχώς η συνοχή και η εμπιστοσύνη μεταξύ των ομόαιμων, ενώ αμφισβητείται μέχρι και η αξιοπιστία των κοινών αναμνήσεων.

Η Πυρκεττή δείχνει να είναι ταγμένη σ’ ένα θέατρο όχι ιδεών, αλλά συναισθημάτων. Υφαίνει προσεκτικά και με γερά νεύρα τους εύθραυστους, ηλεκτροφόρους ιστούς που τυλίγουν αυτό το ατελές σύνολο, που σπαράσσεται από διαπληκτισμούς με ψυχοτραυματικό υποστύλωμα. Διατυπώνει ένα ψυχαναλυτικό δοκίμιο πάνω σ’ ένα ελαττωματικό μικροκοινωνικό μοντέλο, παγιδευμένο στο στενό λαγούμι του προβληματικού του μικρόκοσμου. Η νοσηρή ατμόσφαιρα παραμένει και κλιμακώνεται όσο τα μέλη αρνούνται να θέσουν το δάχτυλον επί τον τύπον των ήλων, να ψηλαφήσουν και να αναγνωρίσουν τα τραύματα. Τα άφησαν να κακοφορμίσουν.

Τριγμοί στο όλο εγχείρημα ίσως σημειώνονται ακριβώς εξαιτίας μιας «επιστημονικής» σχολαστικότητας από πλευράς της συγγραφέως να τεκμηριώσει ψυχολογικά τους χαρακτήρες και το πώς η ιδιωτική τραγωδία του καθενός αντανακλάται στους υπόλοιπους. Προκύπτει μια μάλλον νευρική ώρες- ώρες δραματουργική οπτική, με γλώσσα άμορφη ως προς την επεξηγηματικότητα. Οι διάλογοι είναι «θεατρικοί» με τη στοιχειώδη και αρχετυπική έννοια του όρου, αλλά όχι τόσο ρεαλιστικοί όσο η ψυχική κατάσταση των ηρώων απαιτεί.

Από την πλευρά της, η σκηνοθέτις δεν επιτυγχάνει την υφολογική ακρίβεια στην οποία προσδοκά. Αν το σκηνικό αποτέλεσμα πάσχει από μια υπερφόρτωση αρνητικών συναισθημάτων, μια πνιχτική δυσθυμία, ένα σημαντικό μερίδιο ευθύνης της αναλογεί. Η Μόνικα Μελέκη προσδοκώντας να δώσει μια χροιά ποιητικού ρεαλισμού, αναζήτησε και ανέδειξε μέσα από τα σπλάχνα του έργου ψήγματα λυρικότητας, επιτρέποντας παράλληλα και την έμφαση σε μια μελοδραματική μοιρολατρία, σαν τα πάντα να τα σκεπάζει μια αόριστη κατάρα. Δεν απέφυγε σκηνοθετικές ευκολίες και έμοιαζε να μην της βγήκε η χημεία, ούτε από αισθητική, ούτε από λειτουργική άποψη, με τη σκηνογράφο.

Ευτυχώς, η ίδια και η υπόλοιπη -αρκετά πειστική- διανομή δεν παγιδεύεται σε υποκριτικές κωδικοποιήσεις. Οι ηθοποιοί δίνουν την αίσθηση ότι μόχθησαν πολύ και με ζήλο για να καταρτίσουν τα λεπτομερή διαγράμματα των τραυματισμένων ψυχών που ενσαρκώνουν, όπως και των κινήτρων τους. Ένας υπαινικτικός εσωτερισμός είναι διάχυτος στις ερμηνευτικές τους καταθέσεις, που υπηρετούν τους στόχους της συγγραφέως να χτίσει μια αίσθηση οδυνηρής ματαίωσης και αντεστραμμένης τρυφερότητας.

Πώς το έθεσαν οι Joy Division; Η αγάπη θα μας συντρίψει. Ξανά.



Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου