Κυριακή 9 Οκτωβρίου 2016

Μια λυρική φασαρία

«Ρα...Πατσια...Ου» του Άντη Σκορδή

«Δεν είναι ανάγκη να το ονομάσεις ‘μουσική’ αν σε σοκάρει ο όρος» έλεγε ο Τζον Κέιτζ. Το συγκεκριμένο απόφθεγμα του πρωτοπόρου στοχαστή της μουσικής θα μπορούσε να ταιριάξει ως απάντηση σε όσους ενδεχομένως κοιτάζονταν με απορία και δυσπιστία παρακολουθώντας την παράσταση «Ρα...Πατσια...Ου» που έριξε την αυλαία του Φετινού Φεστιβάλ Κύπρια. Είναι αλήθεια ότι το να ανεβάζει ένας βραβευμένος, καλλιτεχνικά «ελευθεριάζων» Κύπριος συνθέτης μια σύγχρονη μορφή όπερας με το λιμπρέτο στην κυπριακή διάλεκτο δεν είναι κάτι που ζούμε καθημερινά. Και σίγουρα η ένταξη στο πρόγραμμα του κρατικού πολιτιστικού φεστιβάλ απαιτεί γενναιότητα εκ μέρους των διοργανωτών.

Αυτή, ωστόσο, δεν είναι η πρώτη φορά που ο Άντης Σκορδής προτείνει ανάλογης σύλληψης και αισθητικής δημιούργημά του στη στρυφνή, καχύποπτη και συντηρητική γενέτειρά του. Το πρώτο μέρος αυτής της δουλειάς, υπό τον επίσης θορυβώδη τίτλο «Ου…Πατσιά…Ρα» είχε παρουσιαστεί τον Νοέμβριο του 2014 στο Εγκώμιο. Με ελάχιστες προσθαφαιρέσεις, εμπιστεύτηκε την ίδια καλλιτεχνική ομάδα. Ο τίτλος, «Ρα...Πατσια...Ου», έχει μπαλινέζικες αναφορές, αλλά και κυπριακές προεκτάσεις καθώς συμπίπτει ακουστικά με τις κρουστές νότες της ντόπιας διαλέκτου, που στη συγκεκριμένη δουλειά έχουν την τιμητική τους. Περικλείει ήχους και απόηχους από την Ινδονησία -από την οποία και τις παραδόσεις της η συγκεκριμένη σύνθεση ξεκίνησε- αλλά και τη γενέθλια γη, τη μελωδία της οποίας ο συνθέτης αναπόφευκτα θα κουβαλά μαζί του για πάντα.

Στην πρώτη επαφή με τους ηλεκτρισμένους στοχασμούς και την εξωτική μουσική ιδιόλεκτο του Σκορδή μπορεί κανείς να ξενιστεί όσο και να ριγήσει από την ικανότητά του να χαρτογραφεί λησμονημένες ή απάτητες περιοχές μουσικής γνώσης, να συνομιλεί με τα μεγάλα πνεύματα της μουσικής πρωτοπορίας, να μυστικοποιεί και να συμβολοποιεί νοήματα και έννοιες, να κατευνάζει ακουστικές αναταραχές, ή να διαταράσσει εύληπτες αρμονίες. Ο τρόπος με τον οποίο κινείται μέσα κι έξω από ακαδημαϊκά και πειραματικά τείχη, με τον οποίο συγχωνεύει από καρδιάς τη μουσική γκαμελάν με τα ηλεκτρονικά στοιχεία, με τον οποίο λιγώνει το αυτί μ’ έναν κλιμακούμενο εκτονωτικό λυρισμό, είναι ώρες- ώρες πυρετικός. Άρρητες αντιστίξεις και τελεολογικές συνηχήσεις προκύπτουν ως υποδιαιρέσεις της φόρμας και σμίγουν σ’ έναν φαινομενικά ακανόνιστο, περιπετειώδη ρυθμό που με τη σειρά του γίνεται χροιά.

Για κάποιον, όμως, που έχει βιώσει την εμπειρία της πρώτης εκδοχής οι συγκρίσεις είναι αναπόφευκτες. Το θεσμικό πλαίσιο, το Φεστιβάλ, θα μπορούσε να παρασύρει τον Άντη Σκορδή σε μια πομπώδη και υπερβολικά φορτωμένη με τεχνικές φιοριτούρες πρόταση. Ευτυχώς, όχι μόνο δεν έπεσε στην παγίδα αλλά το αποτέλεσμα ήταν πιο λιτό και χαμηλότονο, τόσο αναφορικά με τη χρήση των οπτικών απεικονίσεων και των ηλεκτρονικών στοιχείων, όσο και με την εκτέλεση. Εν προκειμένω επένδυσε στη χρήση σκηνικού, μιας δομής ταυτόχρονα αυστηρής και εξεζητημένης, που σαν εξωγήινο κλουβί περιέβαλλε το αντικείμενο το πόθου. Παράλληλα, τη φορά αυτή έθεσε κέντρο δράσης και πρόταξε τις δύο πρωταγωνίστριες σοπράνο αφήνοντας την ημιδιάφανη κουρτίνα που «έκρυβε» τους μουσικούς σ’ ένα σχετικά διακριτικό φόντο.

Οι αλλαγές αυτές, πάντως, δεν ήταν αρκετές για να εξαλείψουν εντελώς μια υποβόσκουσα αίσθηση ότι επαναλαμβάνει εαυτόν. Επιπρόσθετα, μπορεί το όραμα, αλλά και η φόρμα της νέας εργασίας να ήταν κρυστάλλινη όσο κι η πρώτη και η τεχνική αρτιότητα ανάλογη, εντούτοις το πρόβλημα τη φορά αυτή ήταν στο περιεχόμενο και κυρίως στην πρόσληψή του από το κοινό. Η σύμπλευση έρωτα και φθοράς εκτιμώ ότι δεν αποδόθηκε με το σφρίγος που απαιτεί η συγκεκριμένη θεματική και γειώθηκε ανάμεσα στους άναρχους θορυβιστικούς ελιγμούς.


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου