Η παράσταση του Ρομέο Καστελούτσι «FOLK.» στην Τριενάλε του Ρουρ.
Φτάσαμε στην Γκεμπλέζεχαλε
του Ντούισμπουργκ λίγα λεπτά πριν την έναρξη της παράστασης. Είναι μια
ιδιόμορφη αίθουσα, τμήμα παλιού εργοστασίου επεξεργασίας μεταλλευμάτων. Όσο
προετοιμασμένος κι αν είσαι, ή ακόμη και συστηματικός θεατής των παραστάσεων
του Ρομέο Καστελούτσι, η υπόγεια αίσθηση της αναμονής της έκπληξης είναι το αίσθημα
που σε κατακλύζει από την πρώτη στιγμή, καθώς ανακαλύπτεις το λόγο που επέλεξε
το συγκεκριμένο χώρο, που συνδυάζει τη θρησκευτικότητα και την υπερβατικότητα
ενός ναού με την «ψυχρή» κοσμικότητα ενός βιομηχανικού κτηρίου.
Ο Καστελούτσι λογίζεται στους σπουδαιότερους δημιουργούς του σύγχρονου θεάτρου στην Ευρώπη, αλλά ο ίδιος σπούδασε ζωγραφική και σκηνογραφία. Δεν είναι τυχαίο ότι έδωσε στη θεατρική του ομάδα το όνομα του αναγεννησιακού ζωγράφου, Ραφαήλ. Εδώ και 30 χρόνια με την ομάδα Societas Raffaello Sanzio παράγει οπτικό θέατρο, με εμφανή διάθεση να αμφισβητήσει παραδοσιακές σχολές υποκριτικής και τη συμβατική δυτική θεατρική παράδοση. Η σκηνική γλώσσα υπερβαίνει τον λόγο. Το θέατρο του Κ. δεν είναι δραματοποίηση λέξεων, αλλά παραγωγή συναισθημάτων. Η δουλειά του δεν στοχεύει απευθείας στον θεατή, δεν σκηνοθετείται ΓΙΑ τον θεατή, αλλά καθένας από τους θεατές αποτελεί κατά κάποιο τρόπο τη βάση, την πηγή.
Ο λόγος λάμπει δια της
απουσίας του, προκύπτει ατομικά από την αντίληψη και τις προσλαμβάνουσες του
κάθε θεατή. Ο Καστελούτσι απορρίπτει τη μίμηση και την ψυχολογική προσέγγιση
του ρόλου, πιστεύει ότι σκοπός του ηθοποιού δεν είναι η προβολή της υποκριτικής
του δεινότητας. Το δράμα προκύπτει από τη φυσική του παρουσία στη σκηνή, από
την εικόνα του και τον τρόπο που «εισβάλει» στην αντίληψη του θεατή.
Στη συγκεκριμένη παράσταση δεν υπάρχουν καθόλου επαγγελματίες ηθοποιοί. Συμμετέχουν απλοί κάτοικοι του Ντούισμπουργκ και της γύρω περιοχής. Η επιλογή αυτή συνδέεται άμεσα με το θέμα της παράστασης. Ο τίτλος, για τον ίδιο, υποδηλώνει ότι πραγματεύεται το φαινόμενο της κοινότητας, το δράμα της συνύπαρξης, του δεσμού, αλλά και του αποκλεισμού.
«FOLK.»
Δηλαδή λαός. Αυτόν τον
τίτλο επέλεξε για τη νέα του δημιουργία το «τρομερό παιδί» του ιταλικού
θεάτρου, προτείνοντάς τη στη φετινή Τριενάλε του Ρουρ. Μια τεράστια φουσκωτή
πισίνα καταλαμβάνει το μεγαλύτερο μέρος της «πνιγμένης» στον ατμό αίθουσας. Οι
θεατές στέκονται τριγύρω ενώ πραγματοποιείται μια ιεροτελεστία. Ο βρεγμένος
περφόρμερ στη μέση της πισίνας υποδέχεται τον επόμενο που γλιστράει με δυσκολία
κι επιφύλαξη στην πισίνα με τα καθημερινά του ρούχα. Του χαϊδεύει το πρόσωπο
και τον βουτάει ολόκληρο στο νερό. Έπειτα αγκαλιάζονται με ζέση. Ο πρώτος
αποχωρεί, ο δεύτερος περιμένει τον επόμενο.
Άνθρωποι διαφόρων ηλικιών και
σωματοτύπων μπαινοβγαίνουν, σαν να προέρχονται από το σώμα του κοινού, κατά την
τελετή που επαναλαμβάνεται για αρκετή ώρα. Ξαφνικά ακούγονται διάφοροι θόρυβοι,
όπως φτερουγίσματα και κρότοι που δυναμώνουν. Γυρνώντας στα τεράστια παράθυρα-
φεγγίτες, οι θεατές βλέπουν ανθρωπόμορφες σιλουέτες να συγκρούονται με δύναμη
στην εξωτερική πλευρά των παραθύρων, εν είδει αγγέλων (;) που επιχειρούν
απεγνωσμένα να εισέλθουν σαν ανυποψίαστα πουλιά, αλλά τους εμποδίζει το τζάμι.
Η ιεροτελεστία «σπάζει» όταν ένας νεαρός μύστης αρνείται να μυήσει
έναν ηλικιωμένο ο οποίος παραμένει στην πισίνα. Ο νεαρός εξέρχεται βγάζει ένα
ψαλίδι, το καρφώνει στον αεροθάλαμο και αρχίζει να σκίζει την πισίνα κατά
μήκος, με χιλιάδες λίτρα νερού να χύνονται στην αίθουσα, μουσκεύοντας τους
θεατές. Νερά πέφτουν από ψηλά και δύο γερανοί υψώνουν τα δύο κομμάτια της
πισίνας στον αέρα. Ο ηλικιωμένος κάθεται
σ’ ένα γραφείο και προσπαθεί να λύσει ένα απλό παιδικό παιχνίδι ταιριάσματος
σχημάτων. Δυσκολεύεται. Δεν τα καταφέρνει. Αποχωρεί αργά. Τέλος της παράστασης.
Δεν το συμπαθούν όλοι κι εύκολα
πολλοί τον χαρακτηρίζουν «προβοκάτορα της σκηνής». Η νέα του δουλειά, ωστόσο,
ξένισε ακόμη και πολλούς από αυτούς που παρακολουθούσαν με ενδιαφέρον την
πορεία του: τη βρήκαν υπερφίαλη, συγκινησιακή, υπερβολικά φιλόθρησκη. Κάποιοι
είπαν ότι είναι «σκιά του παλιού καλού εαυτού του». Εμείς δώσαμε το λόγο στον
ίδιο, ζητώντας του να μας περιγράψει την παράσταση. «Δεν ξέρω αν είναι καλή
ιδέα να την περιγράψω. Πρόκειται για ένα βίωμα, ζητούμε τη συμμετοχή του θεατή.
Δεν μπορώ να το εξηγήσω, γιατί ‘εξηγώ’ σημαίνει ‘σκοτώνω’. Το κύριο βίωμα είναι το συνταίριασμα με κάτι που δεν γνωρίζουμε. Ένα ταξίδι στο άγνωστο, σε κάτι νέο. Επίσης, δεν μου αρέσουν τα μηνύματα. Προτιμώ να εγείρω προβλήματα. Υπάρχει κάπου ένα μήνυμα, αλλά δεν ανήκει σε μένα. Το θέατρο είναι η εμπειρία του χρόνου και ταυτόχρονα μια εμπειρία έξω από το χρόνο. Είναι η πιθανότητα ενός άλλου χρόνου, μιας άλλης πραγματικότητας. Είναι εξ ορισμού το altro mondo, ο άλλος κόσμος. Δεν είναι δική μου εφεύρεση. Είναι έτσι από την εποχή της ελληνικής τραγωδίας».
Δεν μπορώ να το εξηγήσω, γιατί ‘εξηγώ’ σημαίνει ‘σκοτώνω’. Το κύριο βίωμα είναι το συνταίριασμα με κάτι που δεν γνωρίζουμε. Ένα ταξίδι στο άγνωστο, σε κάτι νέο. Επίσης, δεν μου αρέσουν τα μηνύματα. Προτιμώ να εγείρω προβλήματα. Υπάρχει κάπου ένα μήνυμα, αλλά δεν ανήκει σε μένα. Το θέατρο είναι η εμπειρία του χρόνου και ταυτόχρονα μια εμπειρία έξω από το χρόνο. Είναι η πιθανότητα ενός άλλου χρόνου, μιας άλλης πραγματικότητας. Είναι εξ ορισμού το altro mondo, ο άλλος κόσμος. Δεν είναι δική μου εφεύρεση. Είναι έτσι από την εποχή της ελληνικής τραγωδίας».






Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου