«Κωδικός Κόκκινο» από την ομάδα Alpha Square
Το καλό με το έργο τού Άαρον Σόρκιν «A Few Good Men» είναι ότι παρά τη μιλιταριστική του αύρα, δεν είναι μια πολεμική περιπέτεια, ένα στρατιωτικό δράμα, αλλά ένα δικαστικό θρίλερ υψηλής έντασης, που απλώς πυροδοτείται από ένα «θεσμοθετημένο» καψόνι. Με τη χαρισματική γραφίδα του το έχει αναγάγει σήμερα σ’ ένα από τα χαρακτηριστικότερα του είδους στη σύγχρονη ιστορία του αμερικανικού κινηματογράφου, κάνοντάς μας σχεδόν να ξεχάσουμε ότι ξεκίνησε ως θεατρικό έργο.
Θεματολογικά το έργο δεν μπορεί να αποτινάξει εύκολα από πάνω του την αίσθηση μιας ελαφρώς ντεμοντέ μελέτης πάνω στην πρόσληψη του πατριωτισμού και της δικαιοσύνης. Ειδικά αν αναλογιστεί κανείς ότι πέρασαν 27 χρόνια από την πρώτη του πρεμιέρα στο Μπρόντγουεϊ κι ότι βρισκόμαστε σε μια χώρα μακρινή και ανόμοια. Παράλληλα, σε αντίθεση με τον ακριβή και αναλυτικό διάλογο, και παρά την ομοβροντία ανατροπών, η πλοκή είναι κάπως προβλέψιμη. Τίποτα απ’ αυτά δεν προβλημάτισαν τον Ανδρέα Αραούζο, ο οποίος είδε κάθε πτυχή της παραγωγής υπό τον τίτλο «Κωδικός Κόκκινο» ως μια μεγάλη πρόκληση. Και δικαιώθηκε, μ’ ένα καλλιτεχνικό αποτέλεσμα τόσο υψηλής ποιότητας για τα κυπριακά δεδομένα, που στο τέλος είχες την αίσθηση ότι σχεδόν… το παράκανε.
Κάθε λεπτομέρεια ήταν σχολαστικά μελετημένη: από την επιλογή και διαρρύθμιση του χώρου, τους συντελεστές και τη συνεισφορά τους στη χημεία της παραγωγής, μέχρι τη «χορογραφία» της υπόκλισης μετά στρατιωτικού χαιρετισμού. Είχε ακόμη την οξυδέρκεια να λειάνει κάποιες φιλοπατριωτικές ακμές που ο συγγραφέας άφηνε να εξέχουν ανάμεσα στους θυελλώδεις διαλόγους και να υπερτονίσει τον φαρισαϊσμό του στρατιωτικού κατεστημένου.
Έχοντας πλήρη επίγνωση των αρετών του έργου, μιας συναρπαστικής δραματικής «φλυαρίας» που δεν φοβάται τις λέξεις, η σκηνοθεσία υπερθεμάτισε εστιάζοντας στους πυκνογραμμένους διαλόγους και διατηρώντας έναν καταιγιστικό μεν, αλλά ομαλό ρυθμό δράσης, κατά τα χολιγουντιανά πρότυπα, που δεν αφήνει τον θεατή να πάρει ανάσα. Ο Αραούζος δεν θα μπορούσε να πραγματοποιήσει αυτή την παραγωγή αν δεν εξασφάλιζε μια υπέρλαμπρη διανομή, ταγμένη ψυχή τε και σώματι στο όραμά του. Οι ηθοποιοί επιλέγηκαν ένας προς έναν, και μοναδική τεχνική «παραφωνία» αποτέλεσε ο διπλός ρόλος του Φώτη Αποστολίδη, που ωστόσο ελάχιστα ενόχλησε.
Το πρωταγωνιστικό δίδυμο των Βαρνάβα Κυριαζή - Ανδρέα Τσέλεπου ήταν τόσο ταιριαστό, που καθώς κλιμακωνόταν η αντιπαράθεση μεταξύ τους ένιωθες να πετάνε σπίθες. Ο πρώτος διοχέτευε στο κοινό το πλήρες ηλεκτρικό φορτίο του εσωτερικού κόσμου του χαρακτήρα του ακόμη κι όταν καθόταν ακίνητος και αμίλητος. Η εργασία του Τσέλεπου αποκτά μεγαλύτερη αξία από το ότι ο δικός του χαρακτήρας συναντά κλιμακωτά το ηθικό του ανάστημα και το μέγεθος της αποστολής του. Σκηνή ανθολογίας θα μπορούσα να χαρακτηρίσω την αντιπαράθεσή τους προς το τέλος της δικαστικής διαδικασίας, με τον δικηγόρο να καθαρίζει σαν αυγό τον μάρτυρα με τα δικανικά του τερτίπια.
Η παράσταση μετέτρεψε σε πλεονεκτήματα τα μειονεκτήματα της αίθουσας Μελίνα Μερκούρη. Σημαντικό ρόλο σ’ αυτό διαδραμάτισε το σκηνογραφικό στήσιμο, και ειδικά το ακλόνητο και πνιγηρό συρματόπλεγμα στο πίσω μέρος. Για να σουλουπωθεί και να περιχαρακωθεί δημιουργικά ο χώρος χρειαζόταν απαραιτήτως –κι ευτύχησε να έχει– έναν δραστικό και ευρηματικό φωτιστικό σχεδιασμό. Καθοριστικός παράγοντας στη διαμόρφωση της κινηματογραφικής αισθητικής της παράστασης, εκτός από τα φροντισμένα κοστούμια, ήταν η μουσική του αμερικανοθρεμμένου και με εμπειρία στο film scoring συνθέτη Σταύρου Μακρή.



Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου