«Λεόντιος και Λένα» του Γκέοργκ Μπύχνερ σε σκηνοθεσία Πάρι Ερωτοκρίτου
Κατορθώνοντας κανείς να ξεκλειδώσει κάποια από τα αμέτρητα επίπεδα ανάγνωσης του συγκεκριμένου έργου θα μπορούσε να χαρακτηρίσει τον Μπύχνερ προφροϋδικό, προμαρξικό, αλλά και προμπρεχτικό στοχαστή. Ανατέμνει την άβυσσο της ανθρώπινης ψυχής, σατιρίζει μέχρι το μεδούλι το ταξικό σύστημα αποδοκιμάζοντας τις υπερβολές της εξουσίας, ενώ αντιμετωπίζει με διαλεκτική σκέψη τα προβλήματα της εποχής του. Είναι ένα γεφύρι ανάμεσα στο παραμυθένιο ύφος, την επίγνωση της ανθρώπινης φύσης του Σαίξπηρ και την κριτική αποστασιοποίηση του Μπρεχτ.
Ο Μπύχνερ περιγράφει, με αυτοσαρκαστικό και μηδενιστικό πνεύμα, το πώς η συλλογική συνείδηση παρασύρει, σχεδόν μεταφυσικά, την ατομική βούληση. Όχημά του είναι δύο νέοι που, κατά το πρότυπο του Οιδίποδα, επιχειρούν να πάνε κόντρα στη μοίρα τους για να εκπληρώσουν στο τέλος, συμπτωματικά, το παιχνίδι που επιφυλάσσει γι’ αυτούς. Ένας μάταιος αγώνας διαφυγής από την προδιαγεγραμμένη καθημερινότητα των καταστάσεων και το αδυσώπητο του πεπερασμένου. Ο Πάρις Ερωτοκρίτου δεν ανακάλυψε τον τροχό. Πήρε ένα έργο ηλικίας μόλις… 180 Μαΐων και το μετέφερε αυτούσιο, χωρίς την παραμικρή δραματουργική επεξεργασία και προσαρμογή στο δωμάτιο και τον νου ενός εφήβου της νεότερης εποχής. Δηλαδή της εποχής της απάθειας, της ιδιώτευσης, του κομφορμισμού και της πλήξης. Αυτό βέβαια δεν σημαίνει ότι δεν το ανέλυσε δραματουργικά και φιλοσοφικά για να νιώσει την ακλόνητη πεποίθηση ότι εκφράζει αναλλοίωτη την υπαρξιακή αγωνία του Μπύχνερ, αλλά κι ότι έχει τον τρόπο να βρει τη σκηνοθετική φόρμουλα που θα μετατρέψει το έργο και τις ιδέες του σ’ ένα βατό σκηνικό αποτέλεσμα.
Και προσοχή: Μιλάμε για ένα έργο πειραματικό και παρεξηγημένο από την ημέρα που γράφτηκε. Ένα έργο στρυφνό, με κρυπτογραφημένους τους φιλοσοφικούς στοχασμούς ενός συγγραφέα που προπορευόταν κατά πολύ του καιρού του. Το οποίο πρωτοπάτησε σανίδι 60 χρόνια αργότερα, σε μια άλλη εποχή, όπου η δραματογραφική τεχνική του Μπύχνερ κούμπωνε καλύτερα.
Η ομάδα δεν φοβήθηκε μια εκ προοιμίου αντιεμπορική πρόταση, πίστεψε στην ιδιότυπη σύγχρονη μεταφορά ενός μελαγχολικού αντι-παραμυθιού με δυναμική βαθιάς πολιτικής και κοινωνικής σάτιρας. Ο Κύπριος σκηνοθέτης έχτισε πάνω στη χαώδη αντίφαση ανάμεσα στο κείμενο και τη σκηνική του απόδοση, διαβλέποντας μια θαυμάσια ευκαιρία για αισθητική περίσκεψη, έναν προβληματισμό που ξεπερνά την εποχή του.
Αυτή η τόσο ευθεία μεταφορά του σ’ ένα θορυβώδες, άχρονο σήμερα αποτελεί τη λυδία λίθο της αποκρυπτογράφησης. Ενεργοποιήθηκε στο πλαίσιο αυτό μια σκηνοθεσία νευρώδης, κινητική. Και μια δραστική, σχολαστική διαμόρφωση όχι μόνο του σκηνικού, αλλά ολόκληρου του εσωτερικού χώρου του Σπούτνικ, της ηχητικής ατμόσφαιρας περιλαμβανομένης. Εξαιρετική η σύμπλευση με όλους τους συνεργάτες του, και ειδικά με το υποκριτικό επιτελείο, που εμφανώς καταπονήθηκε αφόρητα κατά τη διαδικασία των προβών για να φέρει αποφασιστικά εις πέρας ένα τόσο στοχευμένο αποτέλεσμα.
Φωτογραφίες: © Έμμα Λουίζ Χαραλάμπους.



Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου