Ο μικρός επέμενε ότι του άρεσε και ακουγόταν κάθετος. Μάλιστα, το περιέγραφε αργότερα με συγκρατημένο ενθουσιασμό στη μητέρα και τη γιαγιά του, ειδικά τα σημεία με τα ακροβατικά και τα ζογκλερικά. Παρότι είναι ενάντια στις αρχές μου, υπέκυψα στην περιέργεια και τον ρώτησα τι κατάλαβε. Μου σέρβιρε την αναμενόμενη απάντηση: «Τίποτε. Απλά μου άρεσε». Και τότε τον ζήλεψα. Προσπάθησα να θυμηθώ πότε ήταν η τελευταία φορά που παρακολούθησα οποιοδήποτε θέαμα χωρίς τη νοοτροπία… νεκρόπτη. Παρηγόρησα όμως τον εαυτό μου με τη σκέψη ότι η εξέταση και ανίχνευση όλων των παραμέτρων μιας καλλιτεχνικής πρότασης που προκύπτουν από τη λυδία λίθο της σκηνής είναι εξίσου συναρπαστική.
Η ελκυστική ενημέρωση για την τσεχική παράσταση «Stabat Mater» της Tichá Opera περιέγραφε λίγο- πολύ ένα υπερθέαμα που συνδυάζει όπερα, μιμική, σωματικό θέατρο, χορό και σύγχρονο τσίρκο για να προσεγγίσει με αντισυμβατικό τρόπο την κορύφωση του σπουδαιότερου δράματος του χριστιανισμού.
Το ότι κατά τη (νεκροπτική) γνώμη μου η αυλαία του Φεστιβάλ Κύπρια άνοιξε με το αριστερό έχει να κάνει με την απορία πώς ένα τόσο πλούσιο σε επιμέρους στοιχεία θέαμα, που διαρκεί και λιγότερο από μια ώρα, κατόρθωσε να με κάνει να πλήξω. Αν κατάφερνα κι εγώ να απομονώσω όλα τα στοιχεία και ειδικά εκείνα που ήταν πιο ενδιαφέροντα και δεν αναζητούσα τα κομβικά τους σημεία, ίσως να την απολάμβανα περισσότερο.
Η πρωτότυπη μουσική της Βαλεντίνας Σούκλινα ήταν αρχικά ενδιαφέρουσα αλλά ήταν κάπως άγαρμπο το σμίξιμο των κλασικών με τα ηλεκτρονικά στοιχεία. Οι άριες των μαυροφορεμένων λυρικών τραγουδιστών με λιμπρέτο τους στίχους του διάσημου ύμνου της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας ήταν υποτονικές και σίγουρα δεν παντρεύτηκαν ποτέ με τους γνώριμους ορθόδοξους ψαλμούς που επιβλήθηκαν στην αρχή και το τέλος, ειδικά για την κυπριακή περιοδεία.
Βρήκα προκλητικό τον τρόπο με τον οποίο τα εκφραστικά στοιχεία επιζητούσαν συναισθηματισμούς και αισθητικές ευκολίες, στο όνομα ενός μάλλον εντυπωσιοθηρικού πειραματισμού. Τα καλλιτεχνικά συστατικά δεν υπερτερούσαν το ένα του άλλου, αλλά ούτε και έδεναν.
Ο Ράντιμ Βίζβαρι, διακεκριμένος σκηνοθέτης και μίμος στη χώρα του, δεν φείδεται χριστιανικών συμβόλων, αλλά πέραν της θρησκευτικής πτυχής επιχειρεί να τονίσει και την κοσμική, τον σπαραγμό οποιασδήποτε μητέρας για το χαμό του παιδιού της. Τοποθετεί το σκηνικό σε μια αποθήκη όπλων και πυρομαχικών, όπου στο βάθος ένα ηλεκτρονικό ρολόι μετράει αντίστροφα τα 55 λεπτά της παράστασης, παραπέμποντας σε ωρολογιακή βόμβα.
Οι δημιουργοί αφήνουν στον θεατή περιθώριο για να βιώσει τη δική του εμπειρία. Ωστόσο η τόσο υποσχόμενη, ανορθόδοξη προσέγγισή τους μοιάζει τελικά να θέλει να κλείσει το μάτι σε ένα ευρύ ανώνυμο κοινό και κάπου εκεί χάνει την ταυτότητά της.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου