Κυριακή 2 Οκτωβρίου 2016

Ο Λόρκα ολοζώντανος

«Σκοτεινή πέτρα» του Αλμπέρτο Κονεχέρο.

Η υπόθεση έχει ως εξής: Κατά τη διάρκεια του ισπανικού εμφυλίου, σ’ έναν νεαρότατο φαλαγγίτη του Φράνκο, άπειρο, άγουρο, αγχωμένο, αβάπτιστο στο πυρ, ανατίθεται το καθήκον της φρούρησης ενός επώνυμου αιχμαλώτου, του Ραφαέλ Ροδρίγεθ Ραπούν. Ο σύντροφος και γραμματέας του Φεντερίκο Γκαρθία Λόρκα έχει ήδη αποδεχτεί την εκτέλεσή του και στόχος του πλέον είναι να πείσει τον νεαρό να συμβάλει τουλάχιστον στη διάσωση κάποιων χειρογράφων του μεγάλου ποιητή, ώστε να μην τα στερηθούν οι επόμενες γενιές.

Στην πραγματικότητα ο Ραπούν δεν εκτελέστηκε, πέθανε σε νοσοκομείο από τραύμα στη μάχη ένα χρόνο μετά την εκτέλεση του Λόρκα. Ποιητική αδεία, ωστόσο, παρά την ενδελεχή έρευνα που έκανε για τη ζωή του, ο νεαρός συγγραφέας μυθοπλάθει μια διαφορετική εκδοχή σ’ ένα θεατρικό έργο που έρχεται να επιβεβαιώσει τόσο την αφθονία της ισπανικής θεατρικής παραγωγής όσο και τη θεματική της ποικιλία. Τη «Σκοτεινή πέτρα», που στην Αθήνα ανέβηκε στο Θέατρο Κιβωτός, είχαμε την ευκαιρία να δούμε στην Κύπρο χάρη σε μια πρωτοβουλία του Πανεπιστημίου Κύπρου και της πρεσβείας της Ισπανίας. 

Το θέμα δεν είναι και τόσο ευχάριστο. Και ο κίνδυνος να ξεφύγει σε μια αφόρητη γλυκερότητα ήταν ορατός σε κάθε στιχομυθία, κάνοντας το έργο του σκηνοθέτη, Κωνσταντίνου Ασπιώτη, να φαντάζει δύσκολο. Όμως, η πολύ καλή δουλειά των συντελεστών συγκράτησε όλα τα χαρίσματα του κειμένου, αναδεικνύοντας ένα συγγραφέα που μπορεί να μην είναι γνωστός στο ελληνόφωνο κοινό, αλλά φαίνεται ότι διαθέτει όλα τα στοιχεία που δίνουν στη σύγχρονη ισπανική θεατρική γραφή τα σκήπτρα της υπερδύναμης στο παγκόσμιο θεατρικό ρεπερτόριο. 

Ο αληθινός πρωταγωνιστής στο έργο του Αλμπέρτο Κονεχέρο δεν εμφανίζεται ποτέ στην παράσταση, με εξαίρεση το επεισόδιο όπου ακούγεται η φωνή του, αποδομένη από τον ίδιο τον σκηνοθέτη, να απαγγέλλει ένα (πραγματικό) γράμμα προς τον Ραπούν: Είναι ο Λόρκα, όλη η λυρικότητα και η πολιτική πληρότητα του έργου του, οι αθάνατες ιδέες του, η φιλοσοφία του, ο ανένδοτος αγώνας εναντίον κάθε κοινωνικής αδικίας, το ολοκληρωτικό του τάξιμο στους ανθρώπινους πόθους και τις παραδόσεις. 

Βέβαια, εμείς σήμερα γνωρίζουμε ότι το φρανκικό καθεστώς στέρησε για δεκαετίες από τον ισπανικό λαό τον ευρύτερο όγκο της αθάνατης δουλειάς του. Ο Κονεχέρο θίγει το συγκεκριμένο θέμα, αφήνοντας να φανεί η ευκαιρία που χάθηκε για μια πραγματική κοινωνική αλλαγή από την ήττα των Δημοκρατικών Δυνάμεων στον εμφύλιο. Και να φανεί το πλήγμα που δέχτηκε η χώρα του σε πνευματικό, οικονομικό, πολιτικό επίπεδο από τη μακρόβια και πολυτάραχη δικτατορία του «Καουδίγιο». Και μπορεί η εποχή του ασφυκτικού, υπερσυντηρητικού και μιλιταριστικού καθεστώτος να θεωρείται σήμερα οριστικά περασμένη στις σκοτεινές παρενθέσεις της παγκόσμιας Ιστορίας, ωστόσο οι πληγές θα αργήσουν πολύ ακόμη να επουλωθούν. Σε δεύτερο επίπεδο, ο συγγραφέας θίγει το ζήτημα της διατήρησης της μνήμης ως εργαλείου δικαιοσύνης, αλλά και της διαφύλαξης της πολιτιστικής κληρονομιάς ως πρωταρχικού σκοπού της ανθρώπινης διαδρομής. 

Οι ρόλοι που ενσαρκώνουν ο Γιάννης Τσεμπερλί́δης και ο Σταύρος Ράγιας είναι απαιτητικοί, υπό την έννοια ότι ακροβατούν επικίνδυνα σ’ ένα τεντωμένο σκοινί που ενώνει τον λυρικό παλμό με τη δραματική ένταση, χτυπημένοι ταυτόχρονα από μια ακατάπαυστη θύελλα αντικρουόμενων συναισθημάτων. Στο γεγονός ότι το σκοινί τούς άντεξε συνέβαλαν τόσο οι επιμέρους επίπονες υποκριτικές εργασίες, όσο η διεισδυτική καθοδήγηση του σκηνοθέτη, αλλά και η εγγυημένα εξαιρετική δουλειά της Μαρίας Χατζηεμμανουήλ στη μετάφραση, η οποία χωρίς να αφήνει την παραμικρή νοηματική χαραμάδα, επέτρεψε στους λυγμούς, τις νότες της ισπανικής ιδιοσυγκρασίας, να ποτίσουν ακόμη και τις παύσεις μεταξύ των διαλόγων. 



Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου