Κυριακή 25 Σεπτεμβρίου 2016

Τελεσφόρα αυθαιρεσία


Αντιγόνη σε σκηνοθεσία Στάθη Λιβαθινού.

«Δεν γεννήθηκα για να μισώ, αλλά για ν’ αγαπώ». -«Ε, α-γαπήσου τότε…» Η πρόσδοση κωμικής νότας σε μια από τις πιο γνωστές στιχομυθίες μεταξύ Αντιγόνης και Κρέοντα είναι χαρακτηριστική της ματιάς του Στάθη Λιβαθινού πάνω στο σπουδαιότερο ίσως σωζόμενο κείμενο του αρχαίου ελληνικού δραματολογίου. Η πολυσυζητημένη τριπλή συνεργασία των κρατικών θεάτρων Ελλάδας και Κύπρου πάνω στην Αντιγόνη είναι μια παράσταση τολμηρή όσο και βατή, καθώς παρακολουθείται ευχάριστα αλλά και με δέος από το ευρύ κοινό: όχι μόνο από τους «μυημένους» στο αρχαίο δράμα και χωρίς ηλικιακούς περιορισμούς.

Δεν υπάρχει «ευκλεέστερον κλέος» για έναν σκηνοθέτη θεάτρου από το να κατορθώσει να μεταφέρει στη ανομοιογενή πλατεία με τις ποικίλες προσληπτικές ικανότητες κάθε οξεία από τον διαχρονικό λόγο του αρχαίου ποιητή, καθώς παράλληλα τον επικαιροποιεί σκηνικά εξοικειώνοντας το κοινό με το δραματικό περιβάλλον. Δεν είναι ο πρώτος, ούτε ο τελευταίος που επιχειρεί να εντάξει τόσο κραυγαλέα κωμικά ξαλαφρώματα σε αρχαία τραγωδία και σίγουρα ο Σοφοκλής δεν στριφογυρνάει στον τάφο του γι’ αυτό. Το χιούμορ είναι ένα από τα αρκετά παραστατικά, μορφοποιητικά εργαλεία που χρησιμοποιεί ο Λιβαθινός για να αναπτύξει τους συμβολισμούς του, να αποθεώσει το λόγο ώστε να φτάνει καθαρά, λέξη- λέξη και στο τελευταίο αυτί, να ενισχύσει τη σύμβαση και να γεφυρώσει το πλήρες νοημάτων και συναισθημάτων πνεύμα του ποιητή με τον σύγχρονο αποδέκτη.

Σημαντικό ρόλο στη μετάδοση του αμάραντου λόγου διαδραμάτισε βέβαια η πάλλουσα νέα μετάφραση του Δημήτρη Μαρωνίτη, που έφυγε από τη ζωή τον περασμένο Ιούλιο, λίγες μέρες μετά την πρώτη παράσταση.

Ενστάσεις πολλές κι όλες χρεώνονται στον σκηνοθέτη ο οποίος είχε τον απόλυτο και αδιαμφισβήτητο έλεγχο. Ούτως ή άλλως, ο διδάσκων αρχαίο δράμα είναι εξ ορισμού καταδικασμένος σε αυθαιρεσία εφόσον περνά υποχρεωτικά το πρωτογενές υλικό μέσα από το φίλτρο του προσωπικού του οράματος. Στην εποχή των μοντέρνων –και μεταμοντέρνων- προσεγγίσεων, κανείς πλέον δεν μπορεί να προσάψει στον σκηνοθέτη ότι δεν ένιωσε δέος και δεν σεβάστηκε το κείμενο. Η θεατρική έρευνα είναι μια συνεχής, αποδομητική και εποικοδομητική διαδικασία ζεύξης του διαχρονικού λόγου με τις κεραίες του σύγχρονου ετερόκλητου κοινού. Μια διαδικασία που ενέχει ρίσκο και μπορεί να σε αποθεώσει και να σε καταποντίσει. 

Όπως κάποιος μπορεί να πιστώσει τον Λιβαθινό για το αποτέλεσμα της καθοδήγησης των ηθοποιών προς μια ρεαλιστική υποκριτική παλέτα, για την εύσχημη μετάδοση συμβολισμών και νοημάτων με την υιοθέτηση αισθητικών στοιχείων από το κωμειδύλλιο και τον Σαίξπηρ, για τους ίδιους λόγους μπορεί και να του χρεώσει μια υπερβολικά ιδιοσυγκρασιακή και τολμηρή εργασία, βουτηγμένη στο εγώ του. Ο σκηνοθέτης εν προκειμένω κατάφερε να γίνει μεσολαβητής, πομπός, ευνοώντας την απρόσκοπτη επικοινωνία του θεατή με τα διαχρονικά μηνύματα. Κατά κάποιον τρόπο, όπως ο αγγελιοφόρος και ο μάντης κακών, όπως π.χ. ο Φύλακας κι ο Τειρεσίας, δεν μπορεί να είναι αρεστός. Προέχει όμως να γίνει η «δουλειά». 

Προσωπικά, μπορεί να βρήκα εύστοχη π.χ. τη διάσπαση του Χορού σε δύο ηλικιακά υποσύνολα, αλλά απογοητεύτηκα από την απόδοση κάποιων χορικών και ειδικότερα του απαράμιλλου πρώτου Στάσιμου. Κι ο λόγος που στο τέλος της ημέρας απόλαυσα το αποτέλεσμα και δεν βαρέθηκα διόλου, παρά τις σοβαρές αντιρρήσεις, έχει να κάνει με την αίσθηση ότι το πνεύμα του κειμένου ήταν εκεί και προκαλούσε αβίαστα ιστορικούς, πνευματικούς και ψυχολογικούς συνειρμούς.

Χωρίς καν να είναι σκηνοθετική πρόθεση, εύκολα ο θεατής μπορεί να συνδέσει το δίπολο κούνια- ικρίωμα και τη θαρεττή ερωτοτροπία της έφηβης Αντιγόνης με το θάνατο με την περίπτωση του Ευαγόρα Παλληκαρίδη. Όπως και τον Κρέοντα με τον Ερντογάν που φρόντισε να μη κηδευτούν οι επίδοξοι πραξικοπηματίες –εξαιρώντας ενδεχομένως την όψιμη μεταμέλεια και την κάθαρση.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου