Το μυστικό του ευτυχισμένου γάμου παραμένει… μυστικό και μάλιστα επτασφράγιστο. Όσο υπάρχουν συζυγικές σχέσεις, θα υπάρχουν και θεατρικοί συγγραφείς (κι όχι μόνο τέτοιοι φυσικά) που θα αντλούν έμπνευση και θα προσεγγίζουν την προβληματική των ψυχοκοινωνικών πλεγμάτων που αναπτύσσονται στο πλαίσιο του προαιώνιου, σκληροπυρηνικού θεσμού που διέπει τη συμβίωση. Έργα που θα μιλούν για την απουσία της αγάπης και θα υπαινίσσονται τη φαντασίωση της φυγής.
Στην προκειμένη περίπτωση είναι ο Γάλλος συγγραφέας Ερίκ Ασούς που πραγματεύεται τη «γαμήλια ψευδαίσθηση», ή για την ακρίβεια την ανώμαλη προσγείωση από την ψευδαίσθηση αυτή στην πραγματικότητα, την οδυνηρή αφαίρεση του εξωπραγματικού πέπλου της «ιδανικής σχέσης». Είναι η απογοήτευση της συνειδητοποίησης ότι διαψεύδονται οι -ούτως ή άλλως μη ρεαλιστικές- προσδοκίες που τρέφει ο ένας σύντροφος για τον άλλο.
Στις δύο άκρες της διελκυστίνδας, ο Ασούς τοποθετεί ένα σύγχρονο, αστικό ζευγάρι, που αποφασίζει να κάνει μια «επανεκκίνηση» αποκαλύπτοντας ο ένας στον άλλο τα εξωσυζυγικά παραστρατήματα. Και το βάρος δεν πέφτει στα πολυάριθμα τσιλιμπουρδίσματα του ανδρός, αλλά στη μία (1) και σοβαρή σχέση που καταγράφει η γυνή στο παθητικό της. Εκκινώντας από μια μάλλον φεμινιστική θεώρηση, ο συγγραφέας εστιάζει σε μια σημαντική λεπτομέρεια της ρουτίνας ενός ζευγαριού για να ανοίξει μια χαραμάδα που σιγά- σιγά καταπίνει την καθημερινότητα μαζί με τη σκηνή του Θεάτρου Διόνυσος.
Ο Ασούς στήνει τους χαρακτήρες του με μαεστρία και εξελίσσει την πλοκή με σπιρτάδα, στηριζόμενος ενίοτε στην πρόσθεση μιας ευχάριστης στο αυτί αμήχανης φλυαρίας κι ενίοτε στην αφαίρεση των υπαινιγμών. Ο συγγραφέας, κάνοντας επίδειξη δεξιοτεχνίας, πλησιάζει τόσο ριψοκίνδυνα στην κόψη της μπουλβαρικής ελαφρότητας, ώστε όταν σταδιακά το έργο αποκαλύπτει το υπαρξιακό του βάθος και αργότερα κάνει και την αναπάντεχη τραγική του στροφή, αιφνιδιάζει τον θεατή.
Ο σκηνοθέτης Χρίστος Ζάνος ακολουθεί την ξεκάθαρη γραμμή του συγγραφέα και δεν ψάχνει εξεζητημένες σκηνοθετικές λύσεις, προσφέροντας μια παράσταση που κερδίζει σε θεατρική αμεσότητα και ταύτιση με τον θεατή, ωστόσο «θυσιάζει» κάποιους πόντους από την σπινθηροβόλα ειρωνεία που εμπεριέχει. Αξιοποιεί στο έπακρο τα χαρακτηριστικά των υποκριτικών του μονάδων που συγκλίνουν με τη γραμμή αυτή, παρουσιάζοντας ανάγλυφα το ισοσκελές τρίγωνο: θιγμένη ανδρική υπεροψία- γυναικεία αινιγματικότητα- πληγωμένος ανδρικός εγωισμός.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου