Ο
Βίκτωρ Ουγκώ –στην «Ιστορία ενός εγκλήματος»- γράφει πως «μπορείς ν’
αντισταθείς στην προέλαση των στρατών, αλλά όχι στην προέλαση των ιδεών». Έτσι
κι ο Ανδρέας Αραούζος, δεν κατάφερε ν’ αντισταθεί στην ιδέα που του καρφώθηκε
στο μυαλό, δεν κιότεψε μπροστά στο ενδεχόμενο μιας καλλιτεχνικής πανωλεθρίας
και προχώρησε περήφανος και ατρόμητος προς το πεδίο μιας άνισης μάχης.
Καταρχήν,
η προσαρμογή ενός τέτοιου βιβλίου-ποταμού επιφυλάσσει πολλές παγίδες. Ήταν
εμφανής η προσπάθεια αποκωδικοποίησής του στη βάση μιας ελεγχόμενης διακύμανσης
αρχετυπικών νοημάτων, μιας σχηματικής και αφαιρετικής προσέγγισης των ηρώων και
της πλοκής κι ενός χαλαρού σκηνοθετικού «παιχνιδιού» με το ρυθμό και τις
εικόνες. Αναπόφευκτα, η παραγωγή «κούρεψε» τη σκηνική διάρκεια και το ίδιο
αναπόφευκτα, η όλη προσέγγιση στοίχισε στη ροή: αισθανόσουν συνεχώς ότι κάτι έχει
παραλειφθεί. Το πιο σημαντικό, δυστυχώς, είναι ότι χάθηκε η αίσθηση της
οικουμενικότητας και διαχρονικότητας των ρομαντικών κοινωνικών και –κυρίως-
πολιτικών μηνυμάτων του έργου. Κι αυτό παρά την άγαρμπη αντίστροφη προσπάθεια
να τονιστούν (π.χ. η σύνδεση της πνιγμένης στο αίμα λαϊκοδημοκρατικής εξέγερσης
του Ιούνη του 1832 με τον Γαλλικό Μάη του 1968).
Ο
Αραούζος έλπιζε ότι θα αρκούσε να φωτίσει τη συναισθηματική και ηθική πορεία
των ηρώων με φόντο τη σταθερή αθλιότητα σε έναν διαρκώς μεταβαλλόμενο κόσμο.
Στο πρόσωπο του Βαλζάν προσωποποιούνται η ηθική του λαού που κάνει την υπέρβαση
με όχημα μια αγνή και ηθική πορεία προς την πρόοδο. Ο Αλέξανδρος Παρίσης
ανέλαβε ένα ρόλο ζωής και φάνηκε να έχει το ειδικό βάρος να ανταπεξέλθει,
ωστόσο η προσπάθειά του υπονομεύτηκε από το τελικό αποτέλεσμα. Δεκτή και η
κάπως πιο «μαλακή» εκδοχή του σκληρού και άτεγκτου επιθεωρητή Ζαβέρ, όμως η
σκηνοθετική προσέγγιση κι η πολλαπλότητα των ρόλων δεν βοήθησαν γενικότερα τη
διανομή.
Το
λιτό, ευέλικτο και λειτουργικό δεν μπορεί παρά να ήταν στόχος και για το
εικαστικό μέρος της παράστασης, αλλά ούτε εδώ αρκούσαν η διάθεση και οι καλές
ιδέες.
.




Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου