Κυριακή 22 Φεβρουαρίου 2015

Το παράδοξο της διπλανής πόρτας


Το κυπριακό θέατρο βρίσκεται σε καλό φεγγάρι και εκτιμώ ότι δεν είναι τυχαίο το γεγονός ότι αυτό συμπίπτει με την εξέλιξη και την αξιοποίηση του κυπριακού θεατρικού έργου. Η θετική αύρα ωστόσο αγκαλιάζει ευρύτερα και τη στάση του κοινού και δεν εννοώ μόνο σε επίπεδο προσέλευσης. Διακρίνω να κυκλοφορεί στις πλατείες των θεάτρων ένα πιο υποψιασμένο και πιο αυστηρό κοινό, να παρακολουθεί με περισσότερο σκεπτικισμό καλλιτεχνικές απόπειρες που πατούν στο σαθρό έδαφος ανεπαρκώς επεξεργασμένων φαεινών ιδεών. Κι αυτό συμπαρασύρει τη σκηνή σε υψηλότερα επίπεδα απόδοσης.

Παρακολουθώντας την παράσταση του ΘΟΚ με το έργο του Χαράλαμπου Γιάννου «Ο σκύλος που καπνίζει» παρατήρησα έναν συγγραφέα να προσπαθεί να αποφύγει επιδεικτικά την έννοια του «ύφους» και του «στιλ» γραφής, και να καταφεύγει σε έναν αντιθεατρικό λόγο, λιτό και ελλειπτικό, παραδίδοντας ένα έργο αινιγματικό και παράδοξο, φανερά επηρεασμένο από το μπεκετικό σύμπαν. Όμως δεν πιθηκίζει τον Μπέκετ, δεν αφήνει τις επιρροές του να υποσκελίσουν την πρωτοτυπία τής πρότασής του και δεν πέφτει στην παγίδα μιας πλαδαρής, περισπούδαστης αφήγησης.

Ο Σώτος Σταυράκης διέκρινε τις δυνατότητες του έργου, δεν το φοβήθηκε και επέλεξε να το προσεγγίσει εμβριθώς και με όρους γνήσια θεατρικούς. Ξεγύμνωσε σκηνικά το όραμα του συγγραφέα, με τα προτερήματα και τα ελαττώματά του, δεν προσπάθησε να σκιάσει τις ατέλειες. Εξέθεσε στα μάτια του θεατή χαρακτήρες αψυχολόγητους, πελαγωμένους μέσα στα υπαρξιακά τους αδιέξοδα, ανήμπορους να προσανατολιστούν στο κυνήγι ενός στόχου, σαν παράλληλες και συμβιούσες μοναχικές ψυχές.

Οι ήρωες έπρεπε να υποφέρουν από κατακερματισμό της προσωπικότητας, εκπέμποντας και μεταδίδοντας ο ένας στον άλλο ένα εύρος συναισθημάτων: φόβο, οργή, περιφρόνηση, απελπισία. Εκτιμώ ότι οι εμπειρότεροι ηθοποιοί, Ανδρέας Τσουρής και Έλενα Παπαδοπούλου, ενσάρκωσαν αποτελεσματικότερα τους ρόλους που τους ανατέθηκαν.





Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου