Το
κυπριακό θέατρο βρίσκεται σε καλό φεγγάρι και εκτιμώ ότι δεν είναι τυχαίο το
γεγονός ότι αυτό συμπίπτει με την εξέλιξη και την αξιοποίηση του κυπριακού θεατρικού
έργου. Η θετική αύρα ωστόσο αγκαλιάζει ευρύτερα και τη στάση του κοινού και δεν
εννοώ μόνο σε επίπεδο προσέλευσης. Διακρίνω να κυκλοφορεί στις πλατείες των
θεάτρων ένα πιο υποψιασμένο και πιο αυστηρό κοινό, να παρακολουθεί με
περισσότερο σκεπτικισμό καλλιτεχνικές απόπειρες που πατούν στο σαθρό έδαφος
ανεπαρκώς επεξεργασμένων φαεινών ιδεών. Κι αυτό συμπαρασύρει τη σκηνή σε
υψηλότερα επίπεδα απόδοσης.
Ο
Σώτος Σταυράκης διέκρινε τις δυνατότητες του έργου, δεν το φοβήθηκε και επέλεξε
να το προσεγγίσει εμβριθώς και με όρους γνήσια θεατρικούς. Ξεγύμνωσε σκηνικά το
όραμα του συγγραφέα, με τα προτερήματα και τα ελαττώματά του, δεν προσπάθησε να
σκιάσει τις ατέλειες. Εξέθεσε στα μάτια του θεατή χαρακτήρες αψυχολόγητους,
πελαγωμένους μέσα στα υπαρξιακά τους αδιέξοδα, ανήμπορους να προσανατολιστούν
στο κυνήγι ενός στόχου, σαν παράλληλες και συμβιούσες μοναχικές ψυχές.
Οι
ήρωες έπρεπε να υποφέρουν από κατακερματισμό της προσωπικότητας, εκπέμποντας
και μεταδίδοντας ο ένας στον άλλο ένα εύρος συναισθημάτων: φόβο, οργή,
περιφρόνηση, απελπισία. Εκτιμώ ότι οι εμπειρότεροι ηθοποιοί, Ανδρέας Τσουρής
και Έλενα Παπαδοπούλου, ενσάρκωσαν αποτελεσματικότερα τους ρόλους που τους
ανατέθηκαν.



Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου