Βρίσκω
άστοχο για τον Θεατρικό Οργανισμό Κύπρου να προγραμματίζει την ίδια ακριβώς
περίοδο δύο τόσο μακρινά από τη δική μας πραγματικότητα οικογενειακά δράματα,
εκτυλισσόμενα στην αγγλική και αμερικανική επαρχία. Έχω την αίσθηση ότι η
ρεπερτοριακή πολιτική του χρειάζεται σοβαρή αναθεώρηση. Η σκέψη αυτή
περιτριγύριζε το μυαλό μου εξερχόμενος από το χώρο της Νέας Σκηνής, αφού το
«γιατί» που με βασάνιζε τις δύο ατελείωτες ώρες της παράστασης δεν έλεγε να
βρει απάντηση. Γιατί επιλέγηκε το έργο του Σάιμον Στίβενς «Χάρπερ Ρίγκαν» και
τι έχει να μας πει;
Η
Αλεξία Παπαλαζάρου δεν μπορεί να μη διέκρινε το πρόβλημα και γι’ αυτό δεν έριξε
το βάρος σε μια συνεκτική αφήγηση. Είναι εμφανής και συμπαθητική η προσπάθειά
της να ενισχύσει σκηνοθετικά το έργο, ώστε να καταστεί πιο «γεμάτο» και
οικουμενικό, πιο βατό για τον Κύπριο θεατή. Γι’ αυτό επιχείρησε να προσδώσει
οικειότητα και ένταση μέσω της τοποθέτησης των ηθοποιών στο χώρο.
Για
τη Θέα Χριστοδουλίδου δεν ήταν και τόσο δύσκολο να ενσαρκώσει μια αλλόκοτη και
έξω από τα νερά της μεσήλικα, που προσπαθεί μάταια να ανταπεξέλθει στις
οικογενειακές ευθύνες και να ισορροπήσει τις προβληματικές σχέσεις με τον
αδρανοποιημένο σύζυγο, τη φίλαυτη κόρη και την αποξενωμένη μητέρα της.
Δεν
μπήκα καν στον κόπο να αναζητήσω τον αντίκτυπο που είχε το έργο, από το 2008
που γράφτηκε, στην Αγγλία ή οπουδήποτε αλλού έχει παιχτεί. Αρκούσε εκείνο το
διαρκώς εντεινόμενο συναίσθημα ότι νομοτελειακά δεν πρόκειται να προκύψει
«κάτι» που θα δώσει ένα ψήγμα νοήματος στην επιλογή του ΘΟΚ, ώστε να μη μοιάζει
τόσο αψυχολόγητη.



Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου