Κυριακή 25 Δεκεμβρίου 2016

Μια πρεσβυωπική παράσταση


«Wolfgang» του Γιάννη Μαυριτσάκη σε σκηνοθεσία Μάριου Μεττή. 

Είναι ένα έργο γεμάτο κραυγαλέα δίπολα: ατομικό–συλλογικό, πολιτισμός–φύση, αγάπη–κακοποίηση, τρυφερότητα–βία, μοναχικότητα–επικοινωνία, αγνότητα–διαφθορά, λατρεία–υποταγή. Η όλη δομή του, αρκετά εύθραυστη ώστε ένα από τα βασικά ζητήματα για τον θεατή να είναι το αν και πότε θα καταρρεύσει, στηρίζεται σ’ έναν ποιητικό διαλογισμό που επιχειρεί να τα γεφυρώσει. Η κατάρρευση δεν επέρχεται, ούτε όμως κάποιου είδους εξύψωση. Η αίσθηση ενός μετέωρου βήματος πάνω από την άβυσσο που δημιουργείται από την πρώτη σκηνή παρέμεινε και μετά την τελευταία. 

Ο συγγραφέας, Γιάννης Μαυριτσάκης, έγραψε σχεδόν αυτόματα το έργο μόλις άκουσε για το συμβάν στην Αυστρία πριν από δέκα χρόνια, το οποίο είχε αφήσει άφωνη την παγκόσμια κοινή γνώμη. Το έργο είχε ανέβει το 2008 στο Εθνικό από την Κατερίνα Ευαγγελάτου, με πρωταγωνιστή τον (Κύπριο) Βασίλη Ανδρέου. Σε μια διαφορετική συγκυρία, ο ΘΟΚ το εμπιστεύτηκε σ’ έναν νέο, αλλά καταξιωμένο Κύπριο σκηνοθέτη, εκτιμώντας ότι με μια καλή διανομή θα είχε στο τσεπάκι μια παραγωγή υψηλού καλλιτεχνικού ενδιαφέροντος, που θα κάλυπτε το κενό που εμφανίζεται στην παρουσίαση σύγχρονης –μη κυπριακής– ελληνόφωνης δραματουργίας και παράλληλα θα του επέτρεπε να ισχυριστεί ότι καλύπτει και πιο εναλλακτικές, εκτός κυρίαρχου ρεύματος, ρεπερτοριακές επιλογές. 

Στο θέατρο, βέβαια, δεν μπορεί κανείς να έχει τίποτα στο τσεπάκι. Ούτε ο ζήλος και η αποφασιστικότητα από πλευράς του σκηνοθέτη, ούτε το υψηλό επαγγελματικό φρόνημα των συντελεστών ούτε η φήμη και η ιδιαιτερότητα του έργου και του συγγραφέα, ή όλα αυτά μαζί, δεν αποτελούν οιωνούς και εχέγγυα επιτυχίας. Ο θεατής που γνωρίζει ότι το έργο έχει ως θεματικό έναυσμα την πολυετή ομηρία και τον εγκλεισμό ενός μικρού κοριτσιού μέχρι την ενηλικίωσή του από τον ενήλικα γείτονά του, ενδεχομένως αναμένει να δει ένα κοινωνικό θρίλερ. 

Εντούτοις, σκοπός του Μαυριτσάκη είναι να ξεφύγει από μια επίπεδη ψυχολογική καταγραφή. Παρακολουθούμε την ανατομία ενός διεστραμμένου μυαλού με μια παράλληλη καταβύθιση στο συλλογικό υποσυνείδητο. Ο συγγραφέας επιχειρεί να ανιχνεύσει μέχρι τη ρίζα αιτίες και αιτιατά. Παράλληλα, αποπειράται να σκιαγραφήσει την κοινωνική συνοχή, να ορύξει στοιχεία για την ανθρώπινη φύση και την πολιτισμικά κατασκευασμένη προσαρμοστικότητα του ατόμου σ’ ένα περιβάλλον διχαστικό, ανταγωνιστικό και ανελεύθερο.

Εισβάλλοντας στο μυαλό του θύτη, το κείμενο λειτουργεί σαν ηχείο ενός ακατάπαυστου εσωτερικού διαλόγου. Ενδεχομένως, αν εστίαζε στο θύμα και τη διαχείριση της καθημερινότητας του εγκλεισμού, να ανέπνεε περισσότερο αφηγηματικά, όμως συνειδητά ο Μαυριτσάκης επιλέγει το δύσβατο μονοπάτι μιας εξαιρετικά πολύπλοκης ψυχογραφίας, χωρίς να αποτάσσει μια επιτηδευμένα εκκεντρική χροιά. Προφανώς δεν τον ενδιαφέρει πόσο άνετα μπορεί κανείς να τον ακολουθήσει.

Ο Μάριος Μεττής πέφτει στην παγίδα να τον ακολουθήσει πιστά σε έναν ασφυκτικό λαβύρινθο. «Ξεχνά» να πάρει μαζί του, ωστόσο, τον θεατή. Μελέτησε βαθιά την υπόθεση, τον συγγραφέα, αλλά και το ίδιο το κείμενο, και εκτίμησε ότι ιδανική εν προκειμένω θα ήταν μια σκηνοθεσία επίσης αντισυμβατική, μερακλίδικη, νοτισμένη με μια λυρική μελαγχολία. Αλλά και υπεραναλυτική. Έτσι όμως η παράσταση παρουσιάζει μια απόκλιση από το συναισθηματικό της υπόβαθρο, ακριβώς επειδή επιχειρείται ένας παρατραβηγμένος συγκερασμός της ποιητικής με τη ρεαλιστική ατμόσφαιρα. Η σκηνοθετική τακτική φαίνεται να τεκμηριώνεται αρχικά από το αποτέλεσμα, εντούτοις από τη μέση κι έπειτα αρχίζει να κουράζει, καθώς σκοντάφτει πάνω σε παραπανίσιες αφηγηματικές υπερβάσεις.

Η εστίαση στον κεντρικό χαρακτήρα είναι τόσο έντονη, που προκαλεί στον θεατή πρεσβυωπικά συμπτώματα. Ο Χάρης Χαραλάμπους είναι ο πρώτος που θα ερχόταν και στο δικό μου μυαλό για τον ομώνυμο πρωταγωνιστικό ρόλο. Δεν αποφεύγει όμως να παρασυρθεί από την ίδια την παράσταση σε μια σφιγμένη, διστακτική ερμηνεία.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου