Κυριακή 18 Δεκεμβρίου 2016

Εύστοχη επιλογή, άστοχη εκτέλεση



«Ο Γενικός Γραμματέας» του Ηλία Καπετανάκη σε σκηνοθεσία Βασίλη Νικολαΐδη.

Πρέπει να αναγνωρίσουμε ότι η επιλογή του έργου είναι εύστοχη. Αφενός, προσφέρεις στο κοινό σου ένα χρήσιμο μάθημα ιστορίας της νεοελληνικής δραματουργίας. Αφετέρου κάνεις αναφορά στην ιστορία του ΘΟΚ και του κυπριακού θεάτρου, μιας και το έργο είχε ανέβει πριν από 35 χρόνια από τον Νίκο Χαραλάμπους. Κυριότερο προσόν του «Γενικού Γραμματέα», εντούτοις, είναι οι τόσο έντονες αναλογίες μιας πιπεράτης σάτιρας του τέλους του 19ου αιώνα με τη σημερινή πραγματικότητα.

Ας παραβλέψουμε ότι το όνομα του κεντρικού ήρωα Λάμπρου Θυμέλη είναι εξαιρετικά επίκαιρο στη σημερινή θεατρική πραγματικότητα κι ας το θεωρήσουμε σύμπτωση. Το πόσο επίκαιρες φαντάζουν οι καταστάσεις που πραγματεύεται το έργο και πόσο αναγνωρίσιμοι είναι οι ανθρώπινοι τύποι προκαλεί από μόνο του θυμηδία. Παρόλο που κανονικά θα έπρεπε να προκαλεί προβληματισμό. Τι διάολο; Καθόλου δεν αλλάξαμε; Ουδεμία πρόοδος 120 χρόνια μετά;

Κύριο χαρακτηριστικό του τρόπου γραφής του Ηλία Καπετανάκη είναι το έντονα δηκτικό ύφος, το πάθος με το οποίο εκτοξεύει την ανελέητη σάτιρα στα κοινωνικά και πολιτικά ήθη της εποχής και μάλιστα με στόχο όλα τα λαϊκά στρώματα και όλες τις ταξικές διαφοροποιήσεις. Όταν το έγραφε είχε, υποθέτω, την πεποίθηση ότι καταγράφει διαχρονικές παθογένειες, αλλά μάλλον ούτε ο ίδιος δεν θα φανταζόταν ότι 120 χρόνια αργότερα θα θεωρούνταν περίπου... προφήτης κι ότι ο αρχοντοχωριατισμός, η ιδιοτέλεια και ο καιροσκοπισμός θα παρέμεναν κυρίαρχα συμπτώματα. 

Δεν είναι απλή ανατομή. Είναι κανονική νεκροψία στο υπό σήψη σώμα του νεοελληνικού κράτους. Ένα κράτος που παρουσιάζει έντονα χαρακτηριστικά ασυγκράτητης παρακμής. Συγγραφέας με άστρο, διυλίζει τη γλώσσα και τις συμπεριφορές, είναι λαϊκός χωρίς να λαϊκίζει. Με μόνη ένσταση, την τραβηγμένη από τα μαλλιά και ενοχλητικά διδακτική αίσια έκβαση στο τέλος, που όμως είναι αναμενόμενη για την εποχή και το είδος. Το έργο διαπερνά εγκάρσια κι ένας διεισδυτικός σκεπτικισμός που προσδίδει μια ιδιότυπη σοβαρότητα. Υφέρπει μια πικρία και μια τραγικότητα. Ο Καπετανάκης είναι αμείλικτος με όλους τους χαρακτήρες. Βάζει την οικογένεια Θυμέλη να καταρρέει και να χρεοκοπεί κατ’ αναλογία με την ίδια τη χώρα, που παρασύρεται από την αφέλεια και τη μεγαλομανία της για να καταντήσει αντικείμενο εκμετάλλευσης των κερδοσκόπων. 

Το έργο δεν αφήνει πολλά περιθώρια στον σκηνοθέτη να παρεκκλίνει από τη γραμμή του. Ο έμπειρος Βασίλης Νικολαΐδης το γνωρίζει, έχει αναμετρηθεί ξανά μαζί του σε μια εντελώς διαφορετική συγκυρία. Αισθάνεται ότι έχει στη διάθεσή του τα μέσα κι επιλέγει μια ασφαλή, αλλά «φορτωμένη» σκηνοθετική γραμμή με ευφρόσυνο ρυθμό και ύφος. Σταδιακά, ωστόσο, προκύπτουν σκηνές αυξανόμενης έντασης, έντονες αισθητικές πινελιές σε σημεία που η υπερβολή πηγάζει, ούτως ή άλλως, ποιητική αδεία από το ίδιο το κείμενο. Βγαίνει έτσι μια αίσθηση χαλάρωσης της ιδεολογικής σύνδεσης των σκηνών. Δεν αποφεύγεται και μια εντύπωση ότι η σάτιρα μένει στην πέτσα και δεν αγγίζει επαρκώς τον εσωτερικό κόσμο των ηρώων, τις ψυχολογικές τους διακυμάνσεις.

Ο πρωταγωνιστής, Χάρης Σώζος, είναι ουσιαστικός. Ενσαρκώνει με πάθος και επαγγελματισμό τον ομώνυμο ρόλο, με κλιμακούμενη ένταση, με ισορροπία και δυναμική. Αν τον απομονώσεις. Γιατί γενικότερα η διανομή είναι ανισόρροπη και παρουσιάζει, εκτιμώ, κάποιες ακατανόητες αστοχίες. Έβγαζε μάτι λ.χ. η διαφορά ηλικίας του Λάμπρου με την ανύπαντρη αδελφή του Θεώνη, που ενσάρκωσε με μια ενδιαφέρουσα, τραχιά κωμικότητα η νεαρή Παντελίτσα Λοΐζου. Ομοίως η ηλικιακή απόσταση βγάζει μάτι και στην περίπτωση του Αχιλλέα Γραμματικόπουλου, παρά το γεγονός ότι ο πολύπειρος ηθοποιός έχει ρόλους σαν του φαύλου δανδή Ζωρζ για ψωμοτύρι και τον ερμηνεύει με μια αξιοζήλευτη ταρτουφική κυνικότητα.


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου