«Το γάλα» του Βασίλη Κατσικονούρη, σε σκηνοθεσία Μηνά Τίγκιλη.
Τα 8-9 χρόνια που έχουν παρέλθει από
το ανέβασμα του έργου «Το γάλα» από επαγγελματικό θίασο στο νησί θεωρούνται
λίγα για τα κυπριακά δεδομένα. Και για τα εγχώρια θεατρικά ήθη θεωρούνται ακόμη
λιγότερα, με δεδομένο ότι το πρώτο ανέβασμα, από τον Αχιλλέα Γραμματικόπουλο,
στέφθηκε με μεγάλη καλλιτεχνική επιτυχία. Ήταν μια από τις καλύτερες παραγωγές
που είχαν παρουσιαστεί στο αοίδιμο Ανοιχτό Θέατρο της Αλεξίας Παπαλαζάρου, το
οποίο έπεσε θύμα των νέων πραγματικοτήτων στην καλλιτεχνική μας ζωή.
Το να ανεβάζεις το «Γάλα» χωρίς να
έχεις εξασφαλίσει τέσσερις ηθοποιούς που να δαγκώνουν το σανίδι είναι μια
απόπειρα εξαρχής καταδικασμένη. Θα μπορούσα να αφιερώσω σελίδες ολόκληρες
εκθειάζοντας τις μεστότατες δουλειές της Ιωάννας Σιαφκάλη, του Μάριου
Κωνσταντίνου, του Στέλιου Ανδρονίκου, αλλά και της Ήβης Νικολαΐδου σε ρόλους
που είναι μεν αυτό που λέμε αβανταδόρικοι –ειδικά οι δύο πρώτοι– αλλά απαιτούν μελέτη
και ειδική προετοιμασία. Όχι μόνο τεχνικά, σε σχέση με τη σκληρή εκγύμναση της
σωματικής εκφραστικότητας, αλλά και σε σχέση με την εξάσκηση της προφοράς κι
ακόμη περισσότερο των ψυχωσικών χαρακτηριστικών της σχιζοφρενικής διαταραχής
και της διαχείρισής τους.
Ακόμη περισσότερες σελίδες θα μπορούσα
να αφιερώσω για το ίδιο το έργο, ένα από τα πληρέστερα, αμεσότερα και πιο
πολυεπίπεδα της νεοελληνικής δραματουργίας, που φτάνει σε δυσθεώρητα ύψη
δραματικής δύναμης. Έχουν ήδη όμως γραφτεί πολλά και δεν νομίζω ότι έχω να
προσθέσω κάτι ιδιαίτερο. Θα αρκεστώ στη σκηνική πρόταση όπως αποτυπώθηκε από
τον Μηνά Τίγκιλη και τους συνεργάτες του.
Αν η δουλειά του Γραμματικόπουλου το
2008 ήταν σχετικά κοντά χρονικά με την πρεμιέρα, το 2006, στο Εθνικό υπό τον
Νίκο Μαστοράκη, πλέον αν το σκεφτεί κανείς, μοιάζει να έχει περάσει μια
αιωνιότητα. Μεταξύ άλλων, έχει προκύψει η οικονομική και κοινωνική κατάρρευση
της Ελλάδας και τα ανάλογα πάθη στην Κύπρο. Για τους μετανάστες από τις χώρες
του πρώην ανατολικού μπλοκ δεν τίθεται πλέον σε πρώτο πλάνο ζήτημα προσαρμογής,
αλλά επιβίωσης, όπως και για τους υπόλοιπους κατοίκους της χώρας.
Ο Τίγκιλης βλέπει την απόσταση,
επενδύει σε μια εικαστική οικονομία και προτιμά να αναπτύξει έναν ευρύτερο
θεωρητικό στοχασμό πάνω στη ζωτική ανάγκη του ανθρώπινου όντος να χορτάσει
αγάπη. Αφήνει περίτεχνα στο φόντο το κοινωνικό σχόλιο για την άστοργη και
αφιλόξενη τσιμεντούπολη της παλιννόστησης και παρότι ευτυχεί να πάρει από τον
Μάριο Κωνσταντίνου μια τόσο ηλεκτρισμένη και ανάγλυφη ερμηνεία, δεν εμπλέκει
τον θεατή σε μια δράση ευαισθητοποίησης πάνω στο θέμα της σχιζοφρένειας.
Αντ’ αυτού, προβαίνει σε μια
αρμονικότατη σύνθεση συναισθηματικών μελωδιών με την επιδεξιότητα μουσουργού.
Φθόγγοι, παύσεις, ρυθμός με βάση την ασυμφωνία επιθυμιών, αισθημάτων, τις
συγκρούσεις και την κυμαινόμενη διαταραχή των σχέσεων, οδηγούν σ’ ένα σκηνικό
αποτέλεσμα τόσο αδυσώπητα κυνικό, που αναστατώνει. Γιατί μας φέρνει
αντιμέτωπους με τη διαπίστωση ότι για το παράδοξο του να είσαι άνθρωπος δεν
υπάρχει καμιά θεραπεία.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου