«Ικέτιδες» από τις Ασώματες Δυνάμεις σε χορογραφία Μάχης Δημητριάδου- Λίνταλ.
Η Μάχη Δημητριάδου είναι άνθρωπος σεμνός και συνάμα
τολμηρός, γεγονός που αντικατοπτρίζεται και στη δημιουργική της φύση. Αυτό δεν
είναι συνδυασμός που «συγχωρείται» εύκολα στα ενδότερα της καλλιτεχνικής κοινότητας
της μακαρίας νήσου, ειδικότερα προς κάποιον που δεν έχει κυπριακή καταγωγή. Τα
12 χρόνια που ζει στο νησί είναι ίσως τα πιο δημιουργικά της πορείας της γι’
αυτό και αποφάσισε να μείνει μόνιμα εκεί που αισθάνεται ότι μπορεί να
εκφράζεται καλύτερα.
Σε σχέση με την περσινή Αντιγόνη, η χοροδραματοποίηση των
Ικέτιδων του Αισχύλου ενείχε μικρότερο ρίσκο ακριβώς γιατί εκείνη η εμπειρία
–που σε μεγάλο βαθμό της βγήκε- αποτέλεσε σταθερό μπούσουλα στη δύσκολη
διαδικασία αποδόμησης του διαχρονικού αισχύλειου έργου και μεταφοράς του στη
γλώσσα του σύγχρονου χορού. Δεν εννοώ ότι αντέγραψε τον εαυτό της, αλλά ότι
είναι χρήσιμη η επίγνωση για τα στοιχεία που δικαίωσαν σκηνικά εκείνη την ωραία
δουλειά και τα στοιχεία που «κλοτσούσαν».
Οι Ικέτιδες, βέβαια, είναι πολύ διαφορετικό έργο από την
Αντιγόνη. Πρωταγωνιστής, όπως προδίδει και ο τίτλος, είναι ο Χορός των Δαναΐδων
που κάτα κάποιο τρόπο είναι η ίδια η φωνή της Ανθρωπότητας. Αυτή είναι και η
εστία των ηθικών δυναμικών που ενεργοποιούνται στο έργο που ωστόσο αφορά τους
προστάτες κι όχι τους προστατευόμενους. Η χορογράφος, αφού επέλεξε προσεκτικά
τους συνεργάτες της, επιμένει πάλι σε εύγλωττα συγκρατημένους τόνους, αλλά κι
ακόμη μεγαλύτερη παρέμβαση στο κείμενο χωρίς φόβο για την αλλοίωση της πλοκής. Καταυγάζει
την τραγική ιδέα, συμβατικοποιώντας τα λυρικά μέρη και αποφεύγοντας τα
δραματικά εφέ.
Το σκηνικό αποτέλεσμα δεν ήταν μια γυμναστική επίδειξη,
ούτε μια «κουνημένη» αφαιρετική αφιέρωση στην αρχαία ελληνική γραμματεία. Ήταν
μια πρόταση που επιζητούσε τη δική της καλλιτεχνική αυτοδιάθεση, με τον ίδιο
τρόπο που οι θυγατέρες του Δαναού καταφεύγουν στο Άργος για να αποφύγουν τον
μιαρό γάμο με τους εξουσιολάγνους ξαδέρφους τους. Προκύπτει ένας δισταγμός που
σταδιακά ξενίζει καθώς αντιπαραβάλλεται με την αισχύλεια αποφασιστικότητα στην
όρχηση. Οφείλεται ωστόσο στο δέος με το οποίο η Ανδρομάχη Δημητριάδου
αναλογίζεται την ευαισθησία του θέματος καθώς εστιάζει στις δύο κύριες πτυχές:
την προσφυγιά και τη βία κατά των γυναικών. Απόλυτα εύστοχη η αντιπαραβολή των
κακοπαθημένων Ικέτιδων με αποσπάσματα από σύγχρονα κείμενα και καταγεγραμμένες
αφηγήσεις πάνω στα ζητήματα αυτά και καίρια η συμβολή της Αννίτας Σαντοριναίου
στην απαιτική δραματουργική, σκηνοθετική και υποκριτική επεξεργασία του
αποτελέσματος.
Αν σε κάποια σημεία η παράσταση έδινε την εντύπωση ότι
δεν ήταν επαρκώς δουλεμένη τεχνικά, γνώμη μου είναι ακόμη κι αυτές οι ατέλειες,
οι αρρυθμίες όχι μόνο δεν αφαιρούσαν αλλά πρόσθεταν στο ηλεκτρισμένο κλίμα μια
λυρική, «αθώα» τραχύτητα. Ο χορός οδηγείται πέρα από τη δυνατότητα της γλώσσας,
φλερτάρει με τον πιο δριμύ και τον πιο λεπτεπίλεπτο δραματικό λυρισμό και
ζυμώνεται με τα τραγικά ψεγάδια του ποιητικού σύμπαντος.


Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου