«Δεσποινίς Τζούλια» του Στρίντμπεργκ στο Θέατρο Λέξη
Η μελέτη του Νεοκλή Νεοκλέους μπορεί να περιληφθεί στις εξαιρετικά τολμηρές, όχι γιατί επιχείρησε να αποδομήσει το ούτως ή άλλως ακλόνητο στον χρόνο, έξοχα και σχολαστικά σχεδιασμένο δραματουργικό αρχιτεκτόνημα, αλλά γιατί «παράβλεψε» την παροιμιώδη αφηγηματική του οικονομία. Η παραγωγή του Θεάτρου Λέξη αφαίρεσε αφειδώς τμήματα ολόκληρα του κειμένου που έκρινε ότι δεν εξυπηρετούσαν τη δική του προσέγγιση. Να το επιχειρήσει αυτό κανείς δίνοντας κάτι παραπάνω από μια χαριτωμένη μινιατούρα αποτελεί μια αδιαμφισβήτητη κατάκτηση.
Όταν ο ίδιος ο σκηνοθέτης διατείνεται πως «διαβάσαμε το έργο αλλιώς», ενδεχομένως εννοεί ότι δεν αρκέστηκε να εστιάσει στο προφανές της αέναης μάχης μεταξύ των δύο φύλων και μεταξύ δύο τάξεων. Χωρίς να αποστρέφει το βλέμμα από τους ούτως ή άλλως προφανείς αρχετυπικούς ταξικούς και «φυλικούς» ρόλους, επιδίωξε να σκάψει ακόμη βαθύτερα, σε πιο σκοτεινά μπουντρούμια της ανθρώπινης ψυχοσύνθεσης. Η νατουραλιστική τραγωδία του Στρίντμπεργκ αποδόθηκε σε μια πιο σύντομη εκδοχή, με πιο ανοιχτές κεραίες στη βάση της διαχρονικότητας του κειμένου. Δεν δίστασε να αφαιρέσει διαλόγους ολόκληρους, όσο συναρπαστικοί κι αν ήταν αυτοί, μόνο και μόνο επειδή θεώρησε ότι υπονόμευαν την τραχύτητα και τη διαπεραστικότητα μιας σύγχρονης εκδοχής. Στην εποχή μας τα όρια των κοινωνικών ρόλων και ταυτοτήτων είναι πολύ πιο ρευστά και μεταβατικά, ενώ παράλληλα είναι διαφορετικοί οι ρυθμοί της ζωής, αλλά κι η ίδια η αντίληψη του χρόνου, ο οποίος συρρικνώνεται στο παρόν και μοιάζει με μια διαρκή αναβολή.
Γραμμένο σαν απαύγασμα μιας εποχής όπου θεμελιώνονταν η μία μετά την άλλη πρωτοπόρες θεωρίες της βιολογίας, της κοινωνιολογίας, της πολιτικής, της ψυχιατρικής, το ηλεκτρισμένο αυτό ψυχόδραμα συμπύκνωσε βασικούς φιλοσοφικούς συσχετισμούς ενός νέου κόσμου εν σπέρματι. Αφαιρώντας από το κείμενο τον ουμανιστικό του πυρήνα, αποστειρώνοντάς το από τη μάταιη δικαιολογία, από τη ρομαντική πίστη προς την Ιστορία και την Πρόοδο, η παράσταση του Θεάτρου Λέξη δεν το καθιστά πιο συμπαγές, αλλά ακόμη πιο αινιγματικό και ανοιχτό σε ερμηνείες.
Τα ιστορικά στοιχεία έχουν εξωθηθεί. Δεν βρισκόμαστε στη Σουηδία της προτελευταίας δεκαετίας του 19ου αιώνα, ούτε απαραίτητα στο Λονδίνο του 1945 όπως το έθεσε ο Πάτρικ Μπάρμπερ στη διασημότερη διασκευή του έργου. Ο Νεοκλής Νεοκλέους οξύνει τις γωνίες, εστιάζει στη σύγκρουση, την επιθυμία, τη σαγήνη, τον φθόνο, τον δόλο, τη φιλοδοξία, την αλαζονεία, τη ρήξη ταυτότητας. Η ανατροπή της εξουσίας είναι βοερή καθώς ψηλαφεί τη δαρβινιστική διαλεκτική της επικράτησης του ισχυρού. Ο κυρίαρχος γίνεται σκουπίδι και τούμπαλιν. Αντίθετα, απομακρύνει τον φακό από την εμμονικά υποτελή σχέση του βαλέ με τον κύριό του, αφήνοντας στο φόντο το παρακμάζον αρχοντολόι.
Το έμπειρο υποκριτικό δυναμικό αντεπεξήλθε πλήρως στην πολυσύνθετη ψυχογραφική δομή του έργου και στην ερμηνεία χαρακτήρων με πολύπλοκα κίνητρα. Η φαινομενική έλλειψη χημείας, κυρίως ερωτικής, στο τρίγωνο της Χριστίνας Παυλίδου, του Προκόπη Αγαθοκλέους και της Νιόβης Χαραλάμπους αποτέλεσε εργαλείο και δικαιώθηκε σκηνοθετικά. Η πρώτη, μέσα και κάτω από τις εκφράσεις της αποτύπωνε το τραύμα και την εξέλιξή του, τη δριμεία ευθραυστότητα της Τζούλιας. Ο δεύτερος συμπίεσε στο βλέμμα, την κίνηση και τη χροιά της φωνής του την κυνική λαχτάρα της ανέλιξης. Η τρίτη ήταν το έτερο σημείο ισορροπίας στη μηχανική του δρώμενου, μαζί με το απλό, αφαιρετικό και λειτουργικό σκηνικό του Κωνσταντίνου Ταλιώτη.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου