Κυριακή 20 Νοεμβρίου 2016

Κλονισμένη πίστη, υπερβάλλων ζήλος

«Σουρινάμ» του Στέφανου Σταυρίδη στον ΘΟΚ

Ο Στέφανος Σταυρίδης είναι εύφορος λογοτέχνης. Υπηρετεί το είδος εκείνο της γραφής όπου διατηρώντας μια συστηματική και στιβαρή κατασκευή αρέσκεται να σπάζει αφηγηματικές και αισθητικές φόρμες και να διατρέχει διαφορετικά λογοτεχνικά είδη. Φλερτάρει με το παράλογο και το σουρεαλιστικό, μπολιάζοντάς το στην καθημερινότητα με τρόπο που να φαίνεται εντελώς φυσικός, αποκαλύπτοντας πολλαπλά επίπεδα ανάγνωσης και μικρόκοσμους μυστηριώδεις και παράδοξους.

Το θέατρο όμως είναι άλλου παπά ευαγγέλιο. Με το «Σουρινάμ», ο ίδιος έθεσε στον εαυτό τον πήχη σε δυσθεώρητα ύψη, συνεπαρμένος από την ίδια την ιδέα ότι θα επιχειρήσει μια εξαρχής καταδικασμένη απόπειρα. Είμαι σίγουρος ότι απόλαυσε τη διαδικασία από το PLAY ΟΝ!, όλα εκείνα τα δημιουργικά γυμνάσια αρχικά με τη Μαρία Καρσερά στο σκηνοθετημένο αναλόγιο, μέχρι κατόπιν υπό τη σκηνοθετική μπαγκέτα της Μαγδαλένας Ζήρα στα φώτα της ράμπας.

Λογοτεχνικά, στήνει ένα σύμπαν οικείο κι αναγνωρίσιμο, αλλά ταυτόχρονα αλληγορικό. Σε απόσταση αναπνοής από την πραγματικότητα και ταυτόχρονα βγαλμένο από μια εφιαλτική φαντασίωση. Ο Σταυρίδης δεν κρίνει το σωστό και το λάθος. Εστιάζει στη ματαιότητα, την ψυχαναγκαστική αναζήτηση λύσης χωρίς καμία τύχη. Σκαλίζει εντυπώσεις συναισθημάτων. Δεν επιδιώκει να ταυτίσει τον θεατή με τους ήρωες, ούτε να τον βάλει σε διαδικασία αναγνώρισης της ψυχογραφικής τους δομής. Θέλει περισσότερο να μας φέρει αντιμέτωπους με το παραμορφωμένο μας είδωλο. Τα γρανάζια μεταξύ καλού και κακού, λογικού και παραλόγου τροχίζονται και το βάρος του σχολιασμού υποτάσσεται στο πλαίσιο της πραγματικότητας που θέτει το κείμενο. Τα επιστρώματα ελαφρότητας ενισχύουν την κωμική διάσταση που αντιπαρατίθεται με μια απόγνωση που σιγοβράζει.

Μόνο απογυμνώνονοντας, εντούτοις, το έργο από τη βαριά σκηνοθετική πανοπλία μπορεί κανείς να διακρίνει καθαρά τις πικρές αλήθειες που θέλει να μοιραστεί ο συγγραφέας. Η σκηνοθέτις δεν φοβήθηκε να επενδύσει στο σκέρτσο του κειμένου, εκτιμώντας ότι αυτό θα κάνει το παραστάσιμο υλικό πιο βατό στο ευρύ κοινό. Κι ίσως να είχε δίκιο. Διατήρησε έναν ευνοϊκό ρυθμό κι επινόησε επιπλέον συνδετικούς κρίκους για τα τρία φαινομενικά ασύνδετα μέρη, φοβούμενη ότι ο υπόρρητος κεντρικός νοηματικός άξονας δεν ήταν και τόσο πρόδηλος. Έχω την αίσθηση ότι όλη αυτή η καλή διάθεση τελικά θόλωσε και τις προθέσεις του συγγραφέα, δεν άφησε το έργο να πάρει ανάσα και τελικά επισκίασε τις λιτές γραμμές και τα νοήματα.

Είτε του αρέσει το κείμενο είτε όχι, ένας ουρανοκατέβατος θεατής ενδεχομένως να μη το διακρίνει πίσω από τις πυκνές σκηνοθετικές γρίλιες, την προσανατολισμένη και επικουρική κινησιολογία, τις ποιοτικές υποκριτικές επιδόσεις, την επιμελή σκηνογραφική και ενδυματολογική προσέγγιση, την ατμοσφαιρική μουσική και τους υψηλής επαγγελματικής ευσυνειδησίας φωτισμούς: πρόκειται για μια παραγωγή που λίγοι από τους εμπλεκομένους αγάπησαν πραγματικά. Πρώτα και κύρια ο ίδιος ο ΘΟΚ. Η περίεργη σιγή ασυρμάτου στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης και τα άλλα κανάλια προβολής του οργανισμού εξωτερικεύει μια αίσθηση ότι το συγκεκριμένο έργο επιλέγηκε πιο πολύ από θεσμική, αποχαιρετιστήρια υποχρέωση έναντι του προγράμματος ενίσχυσης της εγχώριας θεατρικής γραφής. Το νήμα με το PLAY κόπηκε απερίσκεπτα από πλευράς του ΘΟΚ, που αποφάσισε να κλοτσήσει την καρδάρα με το γάλα. Όμως, παραήταν εκκωφαντική η απουσία από το ρεπερτόριο ενός κυπριακού έργου, όταν την ίδια περίοδο το ελεύθερο θέατρο ακολουθούσε αντίστροφή πορεία. Κι αυτό έπρεπε κάπως να μετριαστεί.

Κατά δεύτερο λόγο, η Μαγδαλένα Ζήρα και οι συνεργάτες της έβαλαν τα δυνατά τους ως όφειλαν άλλα αφήνουν την εντύπωση, εκ του καλλιτεχνικού αποτελέσματος, ότι αυτός ο υπερβάλλων ζήλος οφείλεται σε έλλειψη πίστης για το κείμενο.

* Δεν βγάζω απ’ έξω ούτε τη δική μας ουρά, των ΜΜΕ που συνειδητά ή υποσυνείδητα μάλλον σνομπάρουμε εκ πρώτης όψεως και δεν αγκαλιάζουμε με τη ζέση που απαιτείται το κυπριακό έργο, ακόμη κι όταν επιλέγεται να υποστηριχτεί από το κρατικό θέατρο. Είναι όμως αυτοκαταστροφικό για το θεατρικό σύμπαν μιας κοινωνίας, ειδικότερα μιας κοινωνίας όπως η κυπριακή, του κοινού φυσικά περιλαμβανομένου, να υποτιμά και να μη στηρίζει την εγχώρια θεατρική γραφή.





Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου