Συμπαραγωγή CEFAC Parma Opera Organization-
Συμφωνικής Ορχήστρας Κύπρου.
Τα τελευταία χρόνια το Φεστιβάλ πρόσθεσε στις επιλογές του και τα λυρικά έργα του Μότσαρτ. Μετά το «Έτσι κάνουν όλες» το 2014, παρουσιάστηκε φέτος μια από τις διασημότερες όπερες αυτής της μυθικής μουσικής ιδιοφυίας, ο «Δον Τζιοβάνι». Το 2017 το καλό θα τριτώσει με την «Απαγωγή από το Σεράι», που θα αποτελέσει και την πρώτη όπερα με γερμανικό λιμπρέτο, ή καλύτερα το πρώτο singspiel στην ιστορία του θεσμού.
Φέτος έλαχε να παρακολουθήσω τη δεύτερη από τις τρεις παραστάσεις, αυτή κατά την οποία οι βασικοί ρόλοι ανατίθενται σε αναπληρωματικούς σολίστες. Ο άνεμος κι ο άγριος παφλασμός των κυμάτων δοκίμαζαν τα όρια των δυνατοτήτων του ηχολήπτη, κάνοντας ώρες- ώρες και τις πιο κρυστάλλινες κολορατούρες να μοιάζουν με φωνητικά μειδιάματα. Πρόκειται όμως για γνωστό πρόβλημα και δεν είναι της ώρας να αναθερμάνουμε τη συζήτηση για τα υπέρ και τα κατά της φιλοξενίας τέτοιων απαιτητικών παραγωγών στο συγκεκριμένο χώρο και την έκθεσή τους στα στοιχεία της φύσης. Πάλι καλά να λέμε που δεν έριξε καμιά νεροποντή.
Το σκηνικό φέτος δεν ήταν πιο φανταχτερό από τη λιτή γραμμή που συνηθίζεται τα τελευταία χρόνια, όμως αυτή τη φορά έμοιαζε πιο μελετημένο και ταιριαστό με την αρχιτεκτονική του Κάστρου. Οι φωτισμοί ήταν διακριτικοί και σαφώς λειτουργικοί, εστιάζοντας στους πρωταγωνιστές και την πλοκή αντί για το συνδυασμό τοπίου-σκηνικού, που ήταν αρκετά επιβλητικός από μόνος του.
Ο σκηνοθέτης, Μαρτσέλο Λίπι, ρίχνει μια ευπρόσδεκτη υποδόρια, μετα-ειρωνική ματιά στο αριστούργημα του Μότσαρτ. Προτείνει μια όχι ιδιαίτερα τολμηρή και εξεζητημένη, αλλά ούτε και «ακαδημαϊκής» υφής εκδοχή του «Δον Τζιοβάνι». Δεν φαίνεται να ενδιαφέρεται να σκαλίσει τα τρίσβαθα της ψυχολογίας του ασύδοτου γόη. Η πρότασή του απέπνεε καλλιτεχνική σιγουριά και χαρακτηριζόταν από ισορροπημένες αλληλεπιδράσεις μεταξύ των μελών της διανομής κι έναν ομαλό ρυθμό στις ερμηνείες και τις λυρικές κορυφώσεις.
Δεν είναι εφετζίδικη η σκηνοθεσία που δίνει ιδιαίτερη βάση στις μονομαχίες και τις σκηνές δράσης. Φωτίζει παράλληλα, πέραν της διαχρονικής μάχης μεταξύ των δύο φύλων, την ταξική διάσταση σ’ αυτό το dramma giocoso του Μότσαρτ, που θέτει προβληματισμούς πάνω στην αστική αισθητική της εποχής του και σε επόμενο επίπεδο ανάγνωσης παρωδεί με αιχμηρό τρόπο την κυνική υποκρισία της καθεστηκυίας τάξης.
Η Συμφωνική Ορχήστρα ήρθη στο ύψος των περιστάσεων και με πίστη στα περιγράμματα των συνθέσεων του Μότσαρτ απέδωσε ένα από τα πλέον εμπνευσμένα έργα του παγκόσμιου οπερατικού ρεπερτορίου, όπου κανείς δυσκολεύεται να ξεχωρίσει μια μελωδική στιγμή αντί κάποιας άλλης.
Στον ομώνυμο ρόλο, ο Μάρκο Σιμονέλι συνδυάζει πονηριά και χάρη καθώς ταλαντεύεται επιδέξια ανάμεσα στη σοβαρή και την κωμική δράση. Εντούτοις, επιχειρεί να αποδώσει τον αινιγματικό χαρακτήρα του, ταυτόχρονα ελκυστικό και απωθητικό, κρατώντας συνεχώς μια πισινή. Γοητεύεται και αφήνεται στην περιπετειώδη, αυθεντική και σαγηνευτική πλευρά του Δον Τζιοβάνι. Αλλά διατηρεί θαρρείς μια απολογητική στάση για την έκφυλη, αμοραλιστική και αλαζονική του διάσταση.
Γενικά, οι ερμηνείες χαρακτηρίζονται από δύναμη, ακρίβεια, τονικότητα και ενέργεια, ενώ από την παράσταση έλλειψαν οι φωνητικές ακροβασίες, αλλά επίσης έλλειψε και μια αξιοσημείωτη βαρύτητα και εκφραστική ποιότητα στο συνολικό αποτέλεσμα.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου