«Η κόρη μου η σοσιαλίστρια» του Αλ. Σακελλάριου
στον ΘΟΚ.
Η δική μου η επιφύλαξη είχε να κάνει με την επιλογή του συγκεκριμένου έργου του Αλέκου Σακελλάριου, ανάμεσα σε δεκάδες άλλα του ίδιου και του παλιού ελληνικού κινηματογράφου –μιας εποχής όπου κατά μέσο όρο κάθε χρόνο παράγονταν 80 ταινίες. Είχα την αναπόφευκτη εμπειρία της θέασης της ταινίας από τηλεοράσεως κάπου στην εφηβεία μου κι ακόμη θυμάμαι τον εκνευρισμό που μου είχε προκαλέσει η σχεδόν ύποπτη επιδερμικότητα –ή καλύτερα η παχυδερμικότητα– με την οποία ο κωμωδιογράφος επιχειρεί να θίξει ευαίσθητα κοινωνικοοικονομικά ζητήματα: Η κόρη του κεφαλαιοκράτη παρουσιάζεται ως προστάτιδα της εργατιάς, ερωτεύεται τον μαχητικό εργατοπατέρα, ο οποίος έτσι αλλάζει τάξη, με τους συναδέλφους του να το γιορτάζουν χορεύοντας συρτάκι. Δεν περιγράφω άλλο! Μπορεί ο Σακελλάριος κατά κάποιο τρόπο να μάντεψε την πορεία του εργατικού κινήματος στην Ελλάδα μετά τη μεταπολίτευση, αλλά αυτό ήταν μάλλον τυχαίο.
Πέραν όμως ενός… μαθήματος κοινωνικής μηχανικής, τόσο απλοϊκού και άσφαιρου που πέρασε σχεδόν ανέπαφο και από το ψαλίδι της λογοκρισίας της Χούντας, η ταινία είναι χαρακτηριστική μιας εποχής που ο Σακελλάριος, μετά και τον θάνατο του συνοδοιπόρου του Χρήστου Γιαννακόπουλου, αφέθηκε στην προχειρότητα. Ούτως ή άλλως, ο αυτοδίδακτος σκηνοθέτης κινηματογραφικά δεν διεκδίκησε ποτέ τις δάφνες ενός εγκεφαλικού auter, ενώ σεναριακά ουδέποτε σκοτίστηκε ιδιαίτερα για την εις βάθος χαρακτηρολογία. Βασιζόταν στο σπάνιο και ιδιόρρυθμο χιούμορ του και στο χάρισμα να περνά με εύληπτο τρόπο τις επιφανειακές θεματικές του. Αυτή την εποχή, λοιπόν, η προχειρότητα δεν ήταν απλώς υποχρεωτική, λόγω της υπερπαραγωγικότητάς του, αλλά διαπίστωσε ότι ήταν επίσης βολική, λαϊκή και εμπορική, και μπορούσε να καλυφθεί με την αμεσότητα, την ευαισθησία, την αισιοδοξία και την οικειότητα που απέπνεε η γραφή του, αλλά και το γκελ που έκαναν μεσουρανούντες πρωταγωνιστές, όπως εν προκειμένω η Βουγιουκλάκη, ο Παπαμιχαήλ, ο Κωνσταντάρας.
Ο Αχιλλέας Γραμματικόπουλος καλά έκανε και πήρε στα σοβαρά την παραγωγή. Πίσω από την ελαφράδα που έπρεπε να εισπράξει το θεατρικό κοινό μαζί με την ευληπτότητα και το μπρίο του Σακελλαριακού πνεύματος κρύβεται το βάρος μιας σκληρής δουλειάς για τον συντονισμό μιας πολυμελούς καλλιτεχνικής ομάδας σε ένα αποτέλεσμα με πολλή μουσική και χορό, αλλά και μιας ηθοποιοκεντρικής σκηνοθετικής γραμμής που ενείχε και δόση ρίσκου, δεδομένου κυρίως ότι το άστρο της τσαχπίνας Αλίκης κλήθηκε να συναγωνιστεί σε λάμψη και δροσερότητα μια νέα και άπειρη ηθοποιός. Το κλειδί ήταν η επίγνωση των αρετών και των αδυναμιών της ταινίας, πώς θα αναδείκνυε τις πρώτες και πώς θα θόλωνε τις δεύτερες σε σχέση με τις διαθέσιμες δυνατότητες. Σε αντίθεση με τα κοστούμια, που ήταν σχεδόν απαράλλαχτα, έγιναν γενναίες παρεμβάσεις κατά τη δραματουργική επεξεργασία, χωρίς ωστόσο να υποβιβάζεται το στοιχείο της νοσταλγίας –αντίθετα, το αποτέλεσμα παρουσιάζεται και ως φόρος τιμής στο ελληνικό σινεμά της εποχής.
Αξιοποιήθηκε στο έπακρο το πιο θρεπτικό συστατικό της αρχικής συνταγής, η μουσική και τα τραγούδια του Γιώργου Ζαμπέτα, που δικαιώθηκαν φωνητικά, αλλά και στηρίχτηκαν με μεγάλη επιμέλεια χορογραφικά. Έτσι, ως σιλανσιέ σε όλο αυτόν τον αναπόφευκτο καταιγισμό αφελών και αναχρονιστικών στερεοτύπων, μπήκε το κέφι ενός καλοκαιρινού ξεφαντώματος. Και πέρασαν αυτοί καλά κι εμείς καλύτερα.



Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου