«Ένα Αλπούμ Ιστορίες» του Αντώνη Γεωργίου σε σκηνοθεσία Μάριου Κακουλλή.
Για κάποιον που έχει διαβάσει το βραβευμένο μυθιστόρημα του Αντώνη Γεωργίου «Ένα αλπούμ ιστορίες» με την άναρχη δομή και την αντιμυθιστορηματική αφήγηση δεν είναι και τόσο εύκολο να φανταστεί τι μπορεί να σκαρφιστεί ένας σκηνοθέτης για να το αποτυπώσει και θεατρικά. Όπως είπαμε, όμως, ο Κακουλλής είναι θρασύς. Κι αν ο δείκτης δυσκολίας του εγχειρήματος ανέβαινε από τον αριθμό και τον πλουραλισμό των θεατρικών ιδεών που βρήκαν τον δρόμο τους για τη σκηνή κατά την ίδια «αντιθεατρική» περίοδο, αλλά και από τον χώρο, το Σπούτνικ, που μπορεί ατμοσφαιρικά να ενδείκνυται αλλά λειτουργικά προσφέρεται σαφώς για πιο «χειμερινές» παραγωγές, ο ίδιος δεν πτοήθηκε.
Εντούτοις, διαφάνηκε ότι εγχείρημα δεν ήταν δα και άλυτος γρίφος. Δεν θα μπορούσε να ξεπεράσει σε δύναμη και αξία το ίδιο το βιβλίο, όμως αυτή η φυσικότητα με την οποία σαρκώθηκε σε ολοκληρωμένο σκηνικό αποτέλεσμα, η άνεση με την οποία η υποκριτική ομάδα κινούνταν στη σκηνή κι η ευκολία με την οποία η ατόφια θεατρική συγκίνηση άγγιζε το κοινό, αποτελεί μια αξιοσημείωτη επιτυχία που πιστώνεται στον ίδιο και σε όλη την ομάδα.
Το βιβλίο του Αντώνη Γεωργίου ουσιαστικά δεν έχει αρχή και τέλος. Είναι ένα κουβάρι από ιστορίες που προκύπτουν η μια από την άλλη, ένα κολάζ μικροαφηγήσεων, ένα καλειδοσκοπικά ανεπτυγμένο μωσαϊκό χαρακτήρων και χώρων, ένα ψηφιδωτό από επιστολές, φωτογραφίες, χαρακτηριστικά κοινωνικά και πολιτισμικά στοιχεία και πραγματικά ιστορικά γεγονότα. Η υποτυπώδης πλοκή εκκινεί από τον θάνατο της Γιαγιάς, περιστατικό που γίνεται κόμβος προσωπικών διαδρομών. Η διαχείριση του θανάτου και η τελετουργία της καθημερινότητας αποκαλύπτει –εν είδει παλιμψήστου- μια σειρά από εξωτερικά και εσωτερικά τοπία που συγκλίνουν όλα σε μια απέλπιδα προσπάθεια αγκίστρωσης του παρελθόντος που ξεθωριάζει στο Τώρα, μέσω μνημονικών θραυσμάτων. Οι δεκάδες μικρές ιστορίες που ξεπηδούν από τις φωτογραφίες των οικογενειακών αλμπούμ είναι ένα εργαλείο προς αυτή την κατεύθυνση.
Η «απέχθεια» του Αντώνη Γεωργίου για τις τελείες προδίδει μια δήλωση για τη συνέχεια της ζωής, που δεν σταματά ποτέ και συνεχίζεται κανονικά ακόμη κι όταν κλείσεις την τελευταία σελίδα του βιβλίου. Παρά την αποσπασματικότητα και την άτακτη αφήγηση, ο συγγραφέας χειρίζεται αριστοτεχνικά τις μικροϊστορίες του. Κάνοντας μισό βήμα πίσω μπορείς πάντα να παρατηρείς τη γενική εικόνα. Το ιδιωτικό γίνεται δημόσιο και το δημόσιο πανανθρώπινο. Όνειρα, προσδοκίες, ελπίδες, κοινωνικές και οικογενειακές δομές, ήθη και έθιμα, ευαίσθητες θεματικές όπως η μετανάστευση, η ξενοφοβία, η ομοφυλοφιλία, ιδεολογικές συγκρούσεις, ο απόηχος της ταραγμένης κυπριακής Ιστορίας του τελευταίου ενάμιση αιώνα: όλα αποτελούν κομμάτια ενός πολυπρισματικού παζλ που ενώνεται ως δια μαγείας σε μια πληρέστατη εικόνα.
Η ευθύνη που επωμίστηκαν ο Βαλεντίνος Κόκκινος και η Μαρίνα Βρόντη στη δραματοποίηση είναι τεράστια, επειδή επιπλέον, γλωσσικά, συνδυάζεται το κυπριακό ιδίωμα με την κοινή νεοελληνική. Οι όποιες αδυναμίες είναι συγχωρητέες από τη στιγμή που οι ταγμένοι συντελεστές, περιλαμβανομένης της καταλυτικής συμβολής της Βασιλικής Αναστασίου στη ζωντανή διαμόρφωση του ηχητικού τοπίου, κατόρθωσαν να αποτυπώσουν την οικεία κυπριακή ανθρωπογεωγραφία με την ίδια αγάπη και διακριτικότητα που το έκανε ο συγγραφέας.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου