«Αγαμέμνων, Χοηφόροι» από το Θέατρο του Κρέφελντ και Μενχενγκλάντμπαχ. © Ματίας Στούτε.
Πάνω από 30 χρόνια αργότερα ανεβάζει στο Θέατρο του Κρέφελντ και Μενχενγκλάντμπαχ, τη θεατρική σκηνή του οποίου διευθύνει ο ίδιος, τα δύο από τα τρία μέρη της τριλογίας του Αισχύλου. Αξιοποιεί τη μετάφραση του μέντορά του και με τη μόνιμη συνεργάτιδά του για δεκαετίες, Γκαμπριέλε Τρίντσεκ, στα σκηνικά. Ο Γκερτ, που έχει επίσης συνεργαστεί με τον Λικ Μποντί, δεν κρύβει τις θεατρικές καταβολές και επιρροές του, όπως διαπιστώσαμε βλέποντας την παράσταση «Αγαμέμνων, Χοηφόροι» και στην Κύπρο στο πλαίσιο του Διεθνούς Φεστιβάλ Αρχαίου Δράματος. Ωστόσο, αυτή η όχι και τόσο ενοχλητική αίσθηση πραγματιστικής προσέγγισης προδίδει τον χαρακτήρα ενός σκηνοθέτη που παρά την εμπειρία του αντιμετωπίζει με μεγάλο σεβασμό το αρχαίο δράμα. Αυτό το επίκτητο κι όχι ιδιοσυγκρασιακό «σφίξιμο» αναπόφευκτα μεταδόθηκε και στην ομάδα χωρίς αυτό να σημαίνει ότι είχαμε να κάνουμε με μια «ακαδημαϊκού τύπου» εργασία.
Δεν θέλω να πιστέψω, βέβαια, ότι για το σφίξιμο μπορεί να φταίει το ότι την ώρα της παράστασης η εθνική ομάδα ποδοσφαίρου της χώρας τους έπαιζε έναν ιστορικό ημιτελικό. Παρά το ότι εκπροσωπούν έναν από τους μεγαλύτερους επαγγελματικούς καλλιτεχνικούς οργανισμούς στη δυτική όχθη του Ρήνου και στην ευρύτερη περιοχή του Κάτω Ρήνου, ο οποίος παρουσιάζει επίσης παραγωγές όπερας, μπαλέτου και συμφωνικής μουσικής, προφανώς δεν αντιμετώπισαν την πρόκληση με αυστηρό επαγγελματισμό και οποιουδήποτε είδους «εμπορικό» προσανατολισμό. Πρόκειται καθαρά για ένα μεράκι του Γκερτ, μια μάλλον ερευνητική και παιδαγωγική εμπειρία- «δώρο» στους συνεργάτες του.
Αυτή την πραγματιστική αίσθηση ενέτεινε σαφώς η απουσία από τη σούμα του τρίτου, καθαρά μεταφυσικού, αλλά και πιο δύσβατου σκηνοθετικά, ιδεολογικά και φιλοσοφικά μέρους της τριλογίας, των Ευμενίδων. Είναι άλλωστε και το έργο που δικαιώνει την πλοκή, καθώς παρουσιάζει τον εξαγνισμό του μητροκτόνου και την πορεία προς την κάθαρση. Ο Γκερτ βεβαίως δεν παραβλέπει την οργανική σύνδεση των τριών τραγωδιών, παρά την αυτοτελή πληρότητα της καθεμίας. Γνωρίζει ότι το αποτέλεσμα είναι κατά κάποιο τρόπο «κολοβό». Εκτός όμως από την οικονομία χρόνου, προσβλέπει και σε μια οικονομία συναισθημάτων και δραματουργικής συνθετότητας και ακολουθεί μια ορθολογική και συγκρατημένη οδό.
Δεν μιλάμε για μια κλασική τευτονική προσέγγιση, που τηρεί με ευλάβεια τα γερμανικά ιδανικά της ακρίβειας και της συνέπειας. Στόχος του δεν είναι να προτείνει κάτι νέο, ούτε φυσικά να επιβληθεί στο έργο, αλλά να πορευτεί με τα δύο μεγάλα κείμενα ζώντας μια συλλογική εμπειρία και αναμένοντας με ενδιαφέρον τις εκπλήξεις που του επιφυλάσσουν. Χωρίς ίχνος φιλαρέσκειας, θέλει να νιώσει πρώτα ο ίδιος και μετά να μοιραστεί την αλήθεια του έργου με τους συνοδοιπόρους του και τους θεατές.
Δυνατά του χαρτιά ήταν η έμπειρη πρωταγωνίστριά του Εύα Σποτ (Κλυταιμνήστρα) με Ιοκάστη στο ενεργητικό της, ο επίσης έμπειρος και επιβλητικός Γιοάχιμ Χέντσκε (Αγαμέμνων), ο άγουρος αλλά θαρραλέος και παθιασμένος Κορνέλιους Γκέμπερτ (Ορέστης) και η συνεπής και με εσωτερική ένταση Έλεν Βεντ (Κασσάνδρα). Λειτουργική και ατμοσφαιρική, μέσα στη λιτότητά της η μουσική του Γιεργκ Οστερμάγιερ.
Υπήρχε μια εμφανής ανισότητα στο τρόπο που λειτούργησε η σκηνοθετική γραμμή ανάμεσα στο πρώτο μέρος (Αγαμέμνων) και στο δεύτερο (Χοηφόροι), στο οποίο το δημιουργικό φιλότιμο δεν αρκούσε για να καλυφθούν οι σκηνικές αστοχίες και υπερβολές και να εξωτερικευτεί το πνεύμα του κειμένου. Το γενικότερο αποτέλεσμα όμως είναι πειθαρχημένο, ψύχραιμο και βαθύ.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου