Κυριακή 17 Ιουλίου 2016

Αδικαίωτος οίστρος

Θεσμοφοριάζουσες του Αριστοφάνη από την ΕΘΑΛ.

Ήταν από τις περιπτώσεις που πηγαίνεις στο θέατρο θετικά προδιατεθειμένος –κάτι αόριστο σου υπόσχεται ότι θα δεις κάτι όμορφο. Αισθανόμουν μάλιστα ότι το προαίσθημα αυτό κυριαρχούσε και ανάμεσα στους συνθεατές μου. Δυστυχώς, δεν δικαιώθηκε. Οι Θεσμοφοριάζουσες της ΕΘΑΛ είναι μια παράσταση με ενδιαφέροντα επιμέρους στοιχεία κι επειδή απεχθάνομαι να ισοπεδώνω κοπιώδη καλλιτεχνικά πονήματα θα ξεκινήσω αυτό το σημείωμα σημειώνοντας ότι υπήρξαν αρκετές στιγμές που έπιασα τον εαυτό μου να την απολαμβάνει. Άσχετα αν αυτό αντιστράφηκε στο τέλος, όταν μπορούσα πλέον να συνδιαλεχθώ με το συνολικό αποτέλεσμα.

Δεν θα ενέτασσα αυτή την πρόταση στην κατηγορία «κακές παραστάσεις», αλλά μάλλον στην κατηγορία «άτυχες στιγμές του Μηνά Τίγκιλη». Ούτε βέβαια ανήκει στην ολοένα και διερυνόμενη κατηγορία αριστοφανικών προτάσεων που οδηγήθηκαν σε ναυάγιο εξαιτίας υπερβολικής αυτοπεποίθησης, αχρείαστου ρίσκου και αποδομητικής διάθεσης του σκηνοθέτη. Έμπειρος και σοβαρός δημιουργός, με γνώση πάνω στο αρχαίο δράμα και την ιστορία του θεάτρου, ο Τίγκιλης δεν θα έπεφτε ποτέ στην παγίδα να διδάξει με εξυπνακίστικα αποδομήσιμο τρόπο ένα τόσο εύθραυστο και κωμικά αβανταδόρικο έργο.  

Παρά τις γενναίες περικοπές στο κείμενο του Κωστή Κολώτα, που παραμένει εξόχως φρέσκο και επίκαιρο, η αφηγηματική ροή του έργου διατηρείται. Είναι Αριστοφάνης. Μάλιστα, δεν αναζητούνται ακραίες και εξεζητημένες αναλογίες με το σήμερα, αντιθέτως ο Τίγκιλης τοποθετεί οπτικά τη δράση αρκετές δεκαετίες πίσω. Τα πολύχρωμα γυναικεία μαγιό και τα υπόλοιπα κοστούμια που σχεδίασε με πολύ μεράκι ο Λάκης Γενεθλής παρέπεμπαν στις δεκαετίες του ’30 και του ’40. 

Παράλληλα, ο Μηνάς Τίγκιλης μάλλον θα πρέπει να ανάψει μια λαμπάδα ίσα με το μπόι του Δημήτρη Ζαχαρίου. Οι συνθέσεις του ήταν αυτές που προσπαθούσαν να καλύψουν τα συνδετικά κενά που προέκυπταν, έδιναν ρυθμό και ταχύτητα από τεχνικής και παραστασιολογικής απόψεως και προσέδισαν μια αίσθηση ευφορίας στους συντελεστές και το κοινό. Έκαναν μάλιστα ευκολότερη και τη ζωή του χορογράφου Λάμπρου Λάμπρου.

Εντούτοις, αυτός ο καλλιτεχνικός οίστρος που εξέπεμπε κατά διαστήματα η παράσταση αποδείχτηκε τζούφιος ως προς τη σκηνική του αποτελεσματικότητα.

Ο σκηνοθέτης έριξε ιδιαίτερο βάρος στο χορό, ήθελε να ελέγχει απόλυτα τον κεντρικό του ρόλο, όντας πεπεισμένος ότι αυτό θα αρκούσε για να εξασφαλίσει μια γερή ραχοκοκαλιά στη σκηνική του πρόταση. Δεν είναι ζήτημα έλλειψης διάθεσης και πίστης στο όραμα του σκηνοθέτη, αλλά πόρρω απέχει ο χορός από το να χαρακτηριστεί «καλολαδωμένη μηχανή». Απέπνεε κακοχωνεμένες σκηνοθετικές ιδέες και δεν έδειξε να πετυχαίνει απόλυτα τον σκοπό του σε όρους στιβαρότητας και χημείας. Ωστόσο, τα νερά στο πλοίο δεν μπήκαν από εκείνο το «αμπάρι».

Αντίθετα, ο σκηνοθέτης φάνηκε να περιβάλει με υπέρμετρη εμπιστοσύνη τους πρωταγωνιστές, το κωμικό τους ένστικτο και τις φυσιογνωμικές τους ιδιαιτερότητες. Δεν πόνταρε αποκλειστικά και μόνο στη βωμολοχία αλλά και στην υπερφώτιση ακραίων σεξιστικών και ομοφοβικών στερεοτύπων, χωρίς να αποφεύγει την κλασική μπανανόφλουδα του εκχυδαϊσμού. Μπορεί στο έργο αυτό να παρατηρείται μια υποχώρηση του πολιτικού στοιχείου κι ένα ξεφούσκωμα του προσωπικού σκώμματος, ωστόσο η ευθυμία εξακολουθεί να προκύπτει από τη σάτιρα. Έστω και από μια σάτιρα πολιτικά αμήχανη και μάλλον ανώδυνη, με στόχο ήθη, καταστάσεις και πρόσωπα της επικαιρότητας. Και την εποχή εκείνη –ευτυχώς για τους προγόνους μας- πρόσωπα της επικαιρότητας δεν ήταν οι τηλεπερσόνες, τα ψώνια και οι πολιτικοί μαϊντανοί, αλλά οι ποιητές.

Ο ρόλος του Μνησίλοχου δεν συγκαταλέγεται στις καλές στιγμές του Κώστα Βήχα, ενός ηθοποιού που έχει γνήσια κωμική φλέβα, αλλά αυτό δεν σημαίνει πως ό,τι πιάνει θα γίνεται χρυσάφι. Θα έρθουν και οι στιγμές που η εύπλαστη και σκαμπρόζικη υποκριτική του μανιέρα δεν θα «κουμπώσει» μ’ έναν ρόλο. Όταν κάνεις Αριστοφάνη δεν προσπαθείς να εκμαιεύσεις το γέλιο, να «αυγατίσεις» τα αστεία. Προκύπτουν αβίαστα από το οξυδερκές και διαχρονικό κείμενο. 




Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου