Κυριακή 12 Ιουνίου 2016

Παντόφλα με νόημα

«Σκάσε ή Η χαμένη παντόφλα του Μανώλη Καρέλη» από τη θεατρική ομάδα Παράσιτα.

Έχει ουσία και νόημα ένα θεατρικό έργο ο ήρωας του οποίου βρίσκεται από την πρώτη στιγμή σε μια οφθαλμοφανώς καταδικασμένη προσπάθεια αναζήτησης ουσίας και νοήματος στη μίζερη ζωή του; Μα, και βέβαια έχει! Το νόημα είναι… η παντόφλα. Μια χαμένη παντόφλα, για την ακρίβεια. Σαν αυτή που αναζητεί –ίσως όχι όσο θερμά όσο θα περίμενε κανείς για κάτι τόσο σημαντικό- ο ήρωας του έργου της Χριστίνας Σαμπανίκου, «Σκάσε ή Η χαμένη παντόφλα του Μανώλη Καρέλη».

Παραιτημένος, «καρφωμένος» μόνιμα σε μια πολυθρόνα, ο μικροαστός αντιήρωας απασχολεί τον εαυτό του για να μην κυλήσει ολοκληρωτικά στην κινούμενη άμμο της απόλυτης πλήξης με φαινομενικά απλά και πεζά διλήμματα, που ωστόσο μετατρέπονται σε βαθιά υπαρξιακά. Βάζει τον εαυτό του σε μια διαδικασία ερεθιστικής αυτολύπησης προκειμένου να τον ανακουφίσει από το αφόρητο συναίσθημα του ανικανοποίητου, από το βάρος του αδιάφορου «τώρα».

Η εξωτερίκευση μιας λυρικής, μέσα στην απλοϊκότητά της, μεμψιμοιρίας που εξελίσσεται σε μια ήσυχη ωδή στην απελπισία και τη ματαιότητα, ένα ρέκβιεμ για τα τσαλαπατημένα όνειρα μιας ολόκληρης χαμένης γενιάς, δεν είναι οπωσδήποτε ένα πρωτότυπο θέμα. Μάλιστα, είναι πολύ συνηθισμένο να διανθίζεται και από ένα πικρό, αλλά διαπεραστικό χιούμορ που περνά στο κοινό με αφοπλιστική φυσικότητα. Αυτό το φυσικό, το «βιολογικό» χιούμορ, χωρίς καμιά βιομηχανική επεξεργασία, το οποίο προκύπτει αβίαστα από την ίδια τη ζωή, την καθημερινότητα και σφυρηλατεί αποφασιστικά το περιεχόμενο του κειμένου, αποτελεί οπωσδήποτε το ένα μεγάλο ατού αυτού του έργου. Είναι αυτό το είδος γέλιου που δεν σου προκαλεί ευθυμία, αλλά αν καθίσεις να το καλοσκεφτείς συνειδητοποιείς ότι κανονικά θα έπρεπε να κλαις με μαύρο δάκρυ, να τραβάς τα μαλλιά σου.

Η πλήξη και η απογοήτευση είναι αιτιατά και οφείλονται σε μια πορεία μαρασμού που συνδέεται με την αίσθηση μιας ασαφούς πραγματικότητας, μιας αλλοτριωμένης καθημερινότητας που ξεπουπουλιάζει από συναισθήματα την ψυχή, απαμβλύνει το πνεύμα και σταδιακά μετουσιώνεται σε αδυναμία επικοινωνίας, ενώ το άτομο κατρακυλά στην αδράνεια. Ο Μανώλης Καρέλης κατατρύχεται από μια φθοροποιό υπαρξιακή ανία, κατακλύζεται από δυσθυμία, από το φόβο της μοναξιάς και ρέπει προς την αυτοεγκατάλειψη. Και καθαίρει το δράμα της προσωπικής του κρίσης μόνο με το λυτρωτικό νάμα του αυτοσαρκασμού. Προσπαθεί να ελέγξει τον εσωτερικό του συναισθηματικό θερμοστάτη όμως το μυαλό έχει ήδη εκτροχιαστεί και το σώμα απλώς συντηρεί τις βασικές λειτουργίες.

Όταν αποφάσισε να ανεβάσει το έργο αυτό στην Κύπρο, ο Φώτης Γεωργίδης είχε ήδη κατανοήσει ότι δεν θα είχε κανένα απολύτως νόημα να το δοκιμάσει χωρίς να το διασκευάσει στην καθομιλουμένη κυπριακή και να το προσαρμόσει στα δικά του μέτρα αλλά και την κυπριακή πραγματικότητα. Διότι θα χανόταν το έτερο μεγάλο ατού του κειμένου: αυτή η διεισδυτική αμεσότητα του υπαρξιακού διαλόγου του πρωταγωνιστή με τον εαυτό του –κυριολεκτικά- κι έτσι αυτομάτως η απόσταση της σκηνής από την πλατεία θα μεγάλωνε καθοριστικά. Σκηνοθέτησε τον εαυτό του με πλήρη επίγνωση των υποκριτικών του ορίων και «έπαιξε» με την άπλα που του προσέφερε ο χώρος του Θεάτρου Δέντρο προσθέτοντας μινιμαλιστικές, αλλά καίριες πινελιές στη σκηνική αποτύπωση. Παράλληλα, είναι από τους ηθοποιούς που αν καταφέρει να κουμπώσει με το ρόλο «βγάζει» μια μυστηριώδη ευθύτητα, σαν «μη παίξιμο». Πολλώ δε μάλλον εφόσον ο χαρακτήρας του Καρέλη απαιτεί αυτό το χαριτωμένο μπλαζέ ύφος κι αυτή την υπόγεια ελαφράδα.  

Ευχάριστη έκπληξη και η σκηνικά απενοχοποιημένη κόρη του Γεωργίδη, Ελεονόρα, στο μικρό αλλά καίριο ρολάκι στην αρχή το οποίο αφήνει καυστικές πολιτικές αλλά και ψυχοσυναισθηματικές αιχμές για όσα οδήγησαν αυτόν τον αρχετυπικό ανθρωπάκο στη δίνη της δυστροπίας και του ανούσιου.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου