Κυριακή 5 Ιουνίου 2016

Ενθουσιασμός για την αδιαφορία

«Οι ράγες πίσω μου» του Χάρη Ρώμα στο Θέατρο Διόνυσος.

Είτε συμπαθεί κάποιος τον Χάρη Ρώμα, είτε όχι, είναι εύκολο –κι εύλογο- να πέσει στην παγίδα της προκατάληψης, να αντιμετωπίσει με καχυποψία ένα θεατρικό του έργο. Το έχει παραδεχτεί κι ο ίδιος, άλλωστε, ότι λίγο- πολύ θεωρείται μέρος του κατεστημένου της καλλιτεχνικής και κοινωνικής ζωής που έλαμψε τη «χρυσή εποχή» της ελληνικής τηλεόρασης και συνεπώς ήταν πολύ δύσκολο να τον αποδεχτεί, έστω και παροδικά, ένα άλλο «κατεστημένο», πιο μικρό αλλά και πιο συμπαγές: αυτό του θεάτρου.


Το «Οι ράγες πίσω μου» είναι το πρώτο του ολοκληρωμένο θεατρικό έργο και πρωτοπαρουσιάστηκε στην αμαξοστοιχία-θέατρο «Το Τρένο στο Ρουφ» στην Αθήνα με τον ίδιο ως σκηνοθέτη και πρωταγωνιστή, σε μια πιο ανέμελη αλλά και κομβική εποχή. Ήταν Νοέμβριος του 2008, λίγο πριν ξεσπάσουν τα Δεκεμβριανά αλλά και πριν δείξει τα αιμοβόρα δόντια της η κρίση χρέους που ταλανίζει μέχρι σήμερα την Ελλάδα. Παρά την καχυποψία και το τεταμένο κλίμα που ακολούθησε, πάντως, η παράσταση εκείνη γνώρισε αναπάντεχη επιτυχία.

Παρότι μοιάζει να έχει περάσει ένας αιώνας από τότε και παρότι από τον τίτλο και μόνο προοικονομείται μια ενδεχόμενη σοβαρή θεματική απόκλιση από την κυπριακή πραγματικότητα, η Αλεξία Παπαλαζάρου και το Θέατρο Διόνυσος διείδαν τις δυνατότητες και την προοπτική του έργου και πήραν τη γενναία απόφαση να το πιστέψουν. Η επιλογή τους, ωστόσο, θα ήταν εξαρχής καταδικασμένη εάν δεν εξασφάλιζαν τις υπηρεσίες μιας υποκριτικής ομάδας όχι απλώς ικανότατης, αλλά που παράλληλα διαθέτει μια αξιοσημείωτη χημεία και τα μέλη της συμπληρώνουν το ένα το άλλο επιτυγχάνοντας μια εντυπωσιακή ισορροπία τραγικών και κωμικών στοιχείων, τα οποία συμπλέκονται στην ιδανική δοσολογία.

Η αγάπη, το μεράκι κι ο ενθουσιασμός πραγματικά ξεχειλίζουν από τη σκηνή όπως επίσης και η σύμπνοια του καλλιτεχνικού συνόλου, προεξάρχουσας, βέβαια, της ίδιας της σκηνοθέτριας. Ανάλογος ενθουσιασμός κι έξαψη θα πρέπει να είχε κατακλύσει -μαζί με την έμπνευση- και τον Χάρη Ρώμα όταν έγραφε το έργο αυτό έχοντας υποθέτω έντονα στο βάθος του μυαλού ότι θα το σκηνοθετούσε και θα πρωταγωνιστούσε ο ίδιος. Είναι ένα έργο με προσωποκεντρική δομή, με όλες τις αφηγηματικές οπτικές να περιστρέφονται γύρω από τον κεντρικό ήρωα στο πλαίσιο του απολογισμού που κάνει για τη ζωή του. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι οι υπόλοιποι πρωταγωνιστές- δορυφόροι, που παίζουν πολλαπλούς ρόλους, «αδικούνται» από αυτή τη δομή. Αντίθετα, οι ηθοποιοί που τους ενσαρκώνουν, με αυτές τις ακαριαίες και ακραίες εναλλαγές ερμηνείας έχουν την ευκαιρία να αναδείξουν ακόμη περισσότερες πτυχές του ταλέντου και των δυνατοτήτων τους και η σκηνοθεσία τους επιτρέπει σχεδόν να επισκιάσουν τον θολωμένο ήρωα στο επίκεντρο. Άλλωστε, εκείνος υποτίθεται ότι είναι ένας μέτριος, αδιάφορος, σχεδόν «αόρατος» τύπος, που από τη στιγμή της γέννησής του όλοι τον προσπερνούν σαν να μην υπάρχει.

Αυτό όμως που πραγματικά επισκιάζει τον ήρωα είναι η ίδια η ζωή έναντι της οποίας μένει άτολμος και άβουλος θεατής και ακόμη περισσότερο η σύγχρονη Ιστορία της Ελλάδος, τα γεγονότα που καθόρισαν τη γενιά του συγγραφέα και σιγοντάρουν το οδοιπορικό της δράσης, των συλλογισμών και των συναισθημάτων. Η αναδρομή στο παρελθόν, με καθοριστική υπόκρουση τα τραγούδια του Σαββόπουλου, δίνουν μια νοσταλγική, γλυκόπικρη αύρα στο έργο το οποίο, ωστόσο, διατηρώντας έναν δηκτικό σαρκασμό, αναφέρεται στο χθες, αλλά αφορά το σήμερα και οραματίζεται το αύριο.

Η Αλεξία Παπαλαζάρου παρέδωσε μια ευδιάκριτη σκηνοθεσία που αυγάτιζε το λεκτικό ύφος, που τόνιζε τα ποικίλα δραματικά χαρακτηριστικά κι έβαλε τον αφηγηματικό συρμό στις σταθερές ράγες μιας λειτουργικής σκηνικής πρότασης.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου