Κυριακή 24 Απριλίου 2016

Διδακτική χειραγώγηση

«Η εξαίρεση και ο κανόνας» του Μπέρτολντ Μπρεχτ στην ΕΘΑΛ.

Εκτιμώ ότι το ανέβασμα του έργου «Η εξαίρεση και ο κανόνας» από πλευράς της ΕΘΑΛ είναι μια ιδανική ρεπερτοριακή επιλογή. Ο ένας λόγος είναι ότι έπρεπε τουλάχιστον κάποιο από τα επιχορηγούμενα επαγγελματικά θέατρα να ανεβάσει Μπρεχτ στη σεζόν που συμπίπτει με τη «στρογγυλή» επέτειο, τα 60χρονα από τον θάνατο της σπουδαιότερης ίσως θεατρικής ιδιοφυίας του 20ού αιώνα. Ο άλλος λόγος συνδέεται με την αίσθηση ότι γενικά έχει αραιώσει το ανέβασμα κλασικών έργων ανάμεσα στις δεκάδες θεατρικές παραγωγές που έχουν κατακλύσει το καλεντάρι μας. Κακώς. Ο τρίτος, όμως, και σημαντικότερος λόγος έχει να κάνει με την επιλογή του συγκεκριμένου έργου, το οποίο συγκαταλέγεται στα λεγόμενα «διδακτικά έργα» (Lehrstücke) του.

Είναι ένα μικρό διάστημα, εκεί γύρω στο 1930, που ο Μπέρτολτ Μπρεχτ γυρίζει την πλάτη στο αστικό κοινό και προτείνει μια σειρά από απλές, υποδειγματικές σκηνικές σχηματοποιήσεις της (μαρξιστικής) κοσμοθεωρίας του. Τα πειραματικά αυτά έργα είναι μεν παρακλάδια του Επικού Θεάτρου, όμως δεν αρκούνται στην κριτική αποστασιοποίηση. Με τρόπο απλοϊκό και αρκούντως διδακτικό επικεντρώνονται στο ουσιώδες και στο ιδεολογικό του φορτίο, σχεδόν συνθηματολογούν.

Με τον τρόπο αυτό ο Μπρεχτ ανεβάζει τις στροφές της επαναστατικότητας, φιλοδοξώντας να διαμορφώσει μια νέα γενιά επαναστατών μέσα από τον ανθό της νεολαίας. Η συνειδητοποίηση έρχεται πρώτιστα από την εμπλοκή των ερασιτεχνικών θιάσων της επικράτειας στη θεατρική διεργασία καθώς παίζουν ρόλους και υιοθετούν στάσεις και συμπεριφορές. Δίνεται έμφαση στην πτυχή της μάθησης μέσω της συμμετοχής.

Και γιατί η παρουσίασή του είναι σημαντική στην Κύπρο κάτι λιγότερο από έναν αιώνα αργότερα; Ο Μπρεχτ θεωρούσε αυτή την εστίαση στο ουσιώδες ως ένα λειτουργικό εργαλείο πολιτικής διαπαιδαγώγησης ενός λαού μάλλον άγουρου, απαθούς και απαίδευτου. Χωρίς βέβαια να υψώνονται τείχη αποκλεισμού και για το πιο «ψαγμένο» κοινό. Έχω λοιπόν την αίσθηση ότι δεν περισσεύει από τις θεατρικές μας επιλογές μια πρόταση, που θα κουνάει το δάχτυλο, θα «χειραγωγεί» το πνεύμα μας προς την ανάδειξη μας παράλογης, κυνικής πραγματικότητας, «ξερνώντας» τη στα μούτρα μας. Μιας πραγματικότητας όπου το θύμα του φονικού βγαίνει και φταίχτης από πάνω, επειδή αποτέλεσε την εξαίρεση και δεν τήρησε τον πιο ισχυρό από τους ανθρώπινους κανόνες: τον νόμο της ζούγκλας. Ο φονιάς αθωώνεται πανηγυρικά επειδή η πράξη του σ’ αυτή τη ζούγκλα δεν είναι παρά μια φυσιολογική αντίδραση αυτοάμυνας.

Ο Μηνάς Τίγκιλης δεν θα αρκούνταν, όμως, να προτείνει μια παράσταση- φόρο τιμής με αφορμή μια επέτειο. Επιδίωξε να της δώσει ουσιαστικό λόγο ύπαρξης. Είχε την έμπνευση να τοποθετήσει την πλοκή στο Φαρ Ουέστ και να προσδώσει στο όλο εγχείρημα κάτι από την ατμόσφαιρα και την αισθητική των σπαγγέτι γουέστερν. Παραλλήλισε τα απόλυτα αντικαπιταλιστικά μηνύματα του Μπρεχτ με το τραχύ, βίαιο και ηθικά περίπλοκο περιβάλλον της Αμερικανικής Άγριας Δύσης. Με σκηνοθετική πυκνότητα και λιτότητα, αλλά κι έναν μακρόσυρτο ρυθμό προσέδωσε τελετουργικό ύφος στην παράσταση, χωρίς να αμελεί το χιούμορ αλλά και τους στόχους του συγγραφέα.

Συνοδοιπόροι στο εγχείρημα ήταν ο Γιώργος Νεοφύτου σε μια νέα μετάφραση, η Καρολίνα Σπύρου με τη Μιράντα Θεοδωρίδου στα σκηνικά και τα κοστούμια αντίστοιχα. Ακόμη περισσότερο, όμως, ήταν ο συνθέτης Γιώργος Κολιάς που επιχείρησε να αποδώσει κάτι από το μουσικό σύμπαν του θρυλικού κινηματογραφικού συνθέτη Ένιο Μορικόνε, που έγινε παγκοσμίως γνωστός την εποχή που έγραφε την πασίγνωστη μουσική για τα ιταλικά γουέστερν των δεκαετιών του ’60 και ‘70.

Η πρωταγωνιστική υποκριτική ομάδα είναι εξαιρετικά πειστική, με σημαντικότερη ερμηνεία για μένα αυτή του Στέλιου Ανδρονίκου στο ρόλο του ινδιάνου- θύματος. Ο σκηνοθέτης μπόλιασε και με 1-2 ερασιτέχνες ηθοποιούς την παράσταση κι αυτό θα μπορούσε να είναι από ανάγκη, όμως ελάχιστα ξενίζει και δύναται να ενισχύσει και μια υποψία ότι είχε στο μυαλό του να δικαιώσει τιμητικά τους αρχικούς σκοπούς του συγγραφέα.




Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου