Κυριακή 10 Απριλίου 2016

Τις πταίει;

«Το γλυκό πουλί της νιότης» του Τ. Ουίλιαμς στον ΘΟΚ.

Αίσθηση προκάλεσε η σφοδρότητα με την οποία η Άντζελα Μπρούσκου είχε τοποθετηθεί στο θέμα που ανέκυψε με τον Γιαν Φαμπρ. Καταδέχτηκε να κατέβει, μάλιστα, στο επίπεδο της απέραντης μάζας των «δικαστών- οδοστρωτήρων» του διαδικτύου και του καναπέ, οι περισσότεροι εκ των οποίων αγνοούν και την ορθογραφία της λέξεως «Πολιτισμός», κρίνοντας μια καλλιτεχνική πορεία 30 ετών από ένα απομονωμένο απόσπασμα και ανάγοντας σε κορυφαίο trend στην Ελλάδα τα «παλλόμενα πέη». 


Μπορώ λοιπόν να πω ότι εξεπλάγην διαπιστώνοντας τη σχετική ευκολία με την οποία η ίδια χρησιμοποιεί (ημι)γυμνό, στην παρθενική της συνεργασία με τον ΘΟΚ στο «Γλυκό πουλί της νιότης». Αλλά αν αυτό ήταν το μοναδικό στοιχείο που με ξένιζε, επειδή μπορεί να το βρήκα μεθοδολογικά και αισθητικά ξεκάρφωτο, μετά χαράς θα της το συγχωρούσα. Δυστυχώς, όμως, δεν ήταν. Και με δεδομένη την αυστηρότητα με την οποία οφείλουμε να αντιμετωπίζουμε τα επί σκηνής πεπραγμένα στον ΘΟΚ, μου έχει κάτσει κάπως βαριά η απανωτή απογοήτευση στην Κεντρική Σκηνή. Είναι πραγματικά απορίας άξιον το τις πταίει. Πρώτα η Έφη Θεοδώρου, τώρα η Μπρούσκου, σκηνοθέτριες με αναμφισβήτητο χάρισμα και αξιοζήλευτη πορεία στις ελλαδικές σκηνές, εκ πρώτης όψεως η μετάκλησή τους από τον ΘΟΚ προδιέγραφε μια ενδιαφέρουσα σεζόν. Είναι ζήτημα χημείας; Να το θεωρήσουμε σύμπτωση;

Αν σίγουρα δεν μπορεί να χρεώσει κάτι κάποιος στην Μπρούσκου είναι έλλειψη ιδεών και όρεξης να τις εφαρμόσει. Το ζήτημα στη δική μου τη ματιά είναι ότι αυτές δεν λειτούργησαν. Θα αντιπαραβάλλω, όσο άδικο κι αν είναι, την πρόταση αυτή με την αντίστοιχη της Αναστασίας Ρεβή στο Θέατρο Άλμα στη Αθήνα σε μια προσπάθεια να εντοπίσω τα επιμέρους στοιχεία που με ξένισαν. Ο ΘΟΚ και η Μπρούσκου είχαν καταρχήν περισσότερα βέλη στη φαρέτρα. Από απόψεως υποκριτικού δυναμικού, όμως, η Ρεβή, στην πιο κλασική και «αποστειρωμένη» πρότασή της, το μετέτρεψε αυτό σε πλεονέκτημα εστιάζοντας στους κεντρικούς ήρωες του έργου, τον Τσανς και την Αλεξάνδρα ντελ Λάγκο, αξιοποιώντας έτσι τα «πρώτα της βιολιά», τον Όμηρο Πουλάκη και την Κατερίνα Μαραγκού. 

Ίσως επειδή αισθάνθηκε ότι είχε την ευχέρεια, η Μπρούσκου επιχείρησε αντίθετα να υλοποιήσει σχεδόν όλες τις ιδέες της, με την επιχείρηση επικαιροποίησης των μηνυμάτων να καθίσταται τελικά κάπως άτσαλη. Εστίασε στη γενική εικόνα κι έδωσε μια υπερ-πληθωρική παράσταση, που ωστόσο γείωνε τη σπαρακτική λυρικότητα των ηρώων. Γέμισε την αχανή σκηνή με κόσμο, μετακινούμενα σκηνικά, γκρο πλαν βιντεοπροβολές, ανέβασε τους τόνους στην πολιτική διάσταση του έργου και άφησε την παράσταση στο δεύτερο μέρος να γύρει υπερβολικά προς τον ανάλγητο πολιτικάντη Μπος Φίνλεϊ του Ντίνου Λύρα, ο οποίος πάντως ήταν ο μοναδικός συμπαγώς αποδομένος από τους κύριους χαρακτήρες. 

Η ψυχολογική ανάλυση στους υπόλοιπους όχι μόνο δεν επετεύχθη, αλλά οι χαρισματικοί ηθοποιοί που τους υποδύθηκαν αφέθηκαν να εκτεθούν. Η ξεπουπουλιασμένη σταρ της Στέλας Φυρογένη παραήταν ρηχή. Η αιθέρια Χέβενλι, ένας θαμπός φάρος αθωότητας μέσα σ’ έναν κυκεώνα διαφθοράς, αποδόθηκε με ενοχλητική τραχύτητα από τη Νιόβη Χαραλάμπους. Κι ο Τσανς του Γιώργου Χριστοδούλου δεν είχε τύχη (chance) μέσα σ’ αυτό το κλίμα να μην εξωθηθεί κι αυτός στην επιφάνεια. Εντελώς άστοχη εξαρχής, λόγω ηλικίας, φάνταζε η επιλογή του Αχιλλέα Γραμματικόπουλου για το ρόλο του (νεαρού!) γιατρού Σκάντερ. 

Εν ολίγοις, μαζί με το άπιαστο πουλί της νιότης, αισθάνθηκα να φτερουγίζει μακριά και το πνεύμα του Τένεσι Ουίλιαμς. Ήταν λες και η Μπρούσκου επιδίωκε να αναχαιτίσει τη συναισθηματική ένταση στα σημεία που η τραγικότητα χτυπούσε κόκκινο, λες και η παράσταση «κατάπινε» τις λυρικότερες κορυφώσεις του κειμένου. Χωρίς απαραίτητα η ευθύνη να βαραίνει τη μεταφράστρια Έφη Γιαννοπούλου, μολονότι η δουλειά της υπολείπεται ακόμη και σε φρεσκάδα από την παλιότερη, αλλά τόσο δροσερή μετάφραση του Μάριου Πλωρίτη που αξιοποίησε το Θέατρο Άλμα. 





Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου