Κυριακή 17 Απριλίου 2016

Γριφώδης ευληπτότητα

«Καραγκιόζης» της Λένας Κιτσοπούλου από την ομάδα Alpha Square.

Στην επόμενη συνεργασία τους μετά την επιτυχημένη «Σταχτοπούτα», ο Ανδρέας Αραούζος κι ο Ηρόδοτος Μιλτιάδους συνεργάζονται για μια σκηνική μεταφορά του Καραγκιόζη. Αυτή τη φορά όμως μην πάρετε τα παιδιά σας, δεν πρόκειται για έναν συνηθισμένο Καραγκιόζη· υπάρχει ο καθοριστικός παράγοντας που ονομάζεται «Λένα Κιτσοπούλου». Μιλάμε για μια περίπτωση ελευθερόφρονος γραφίδας, αυθαδώς επιπόλαιας κι ατιθάσευτης σαν άγριο άτι. Επίσης, ακραίας και γριφώδους, αλλά και γητευτικά άμεσης και εύληπτης.


Η Κιτσοπούλου δεν επιδιώκει γράφοντας ν’ αλλάξει τον κόσμο, δεν τρέφει κανενός είδους ρομαντικές αυταπάτες, επιζητεί μόνο να εκτονωθεί. Ο μόνος τρόπος που γνωρίζει για να «χαϊδέψει» αυτιά είναι τραβώντας τα. Προς τέρψη όμως του αναγνώστη, έχει το φοβερό χάρισμα να εντοπίζει με σαρκαστική άνεση την υπόγεια ομορφιά και τη συγκίνηση στις πιο σκοτεινές και βρώμικες γωνιές της ανθρώπινης φύσης, στον λασπερό υπόνομο της ψυχής μας. Χωρίς καν να κοιτάζει από εκεί τ’ αστέρια.

Κάπως έτσι πρέπει να την «πάτησε» κι ο Ηρόδοτος Μιλτιάδους όταν κραδαίνοντας τη συλλογή διηγημάτων της «Μεγάλοι Δρόμοι» επιχείρησε να «ψήσει» τον Ανδρέα Αραούζο να ανεβάσουν μαζί τον «Καραγκιόζη». Κι όταν λέω «μαζί», εννοώ οι δυο τους. Αμφότεροι υπογράφουν τη δραματοποίηση του κειμένου, ο πρώτος πρωταγωνιστεί, καταθέτοντας ίσως την πιο μεστή και πλούσια ερμηνεία της μέχρι τώρα πορείας του, κι ο δεύτερος σκηνοθετεί, αλλά θα τον δείτε να κάνει μέχρι και τους φωτισμούς.

Είναι μια παράσταση… τσέπης, μικρής διάρκειας, λιτή κι απέρριτη, σ’ έναν μικρό, αλλά ιδιαίτερα ατμοσφαιρικό χώρο, το Ίδρυμα ARTos. Με ελάχιστα μέσα και για σκηνικό ένα πρόχειρο κρεβάτι, ένα τραπέζι και δύο μικρές καρέκλες. Είναι σαφώς από τις περιπτώσεις που λέμε ότι τα ακριβά αρώματα μπαίνουν απαραιτήτως σε μικρά μπουκάλια.

Όλο αυτό αποδείχτηκε μια ευτυχής συγκυρία. Αυτή η κυριολεκτική και μεταφορική συμπύκνωση συνέβαλε στην αποθέωση του θεάτρου «των πέντε αισθήσεων». Δεν την ακούς και τη βλέπεις μόνο, την οσφραίνεσαι, σε λιγώνει, σού μυρμηγκιάζει τα ακροδάχτυλα, σού προκαλεί ένταση στο στήθος και το στομάχι. 

Το ιλαροτραγικό έργο της Κιτσοπούλου ελάχιστα αγγίζει πάνω στον μύθο του ξυπόλυτου και καμπούρη λαϊκού ήρωα του θεάτρου σκιών, δεν πρόκειται καν για κάποιου είδους αποδόμησή του. Ο πρωταγωνιστής που μονολογεί είναι ένας φαινομενικά κανονικός άνθρωπος. Σε συμβολικό επίπεδο, όμως, μιλά για τις λιγότερο εμφανείς δυσμορφίες της ανθρώπινης ψυχοσύνθεσης και το πώς αυτές δημιουργούνται στην πιο ευαίσθητη ηλικία. Για το πώς μπορεί το πρόσωπο που ενδεχομένως σ’ αγαπάει περισσότερο από οποιονδήποτε στον κόσμο να σε πληγώσει ανεπανόρθωτα, να σε καταδικάσει σε ψυχοσυναισθηματικό ακρωτηριασμό για το υπόλοιπο της ζωής σου, εξαιτίας μιας στιγμιαίας αψυχολόγητης αντίδρασης. 

Η Κιτσοπούλου λέει –και πολλοί ψυχαναλυτές θα συμφωνούσαν μαζί της- ότι το δηλητήριο που χύνεται στην εύθραυστη ψυχή μας στην πρώιμη ηλικία, μέσα στο υποτιθέμενο προστατευτικό περιβάλλον της οικογένειας, θα έρθει κάποτε μοιραία να μας συναντήσει, όσες ασπίδες κι αν υψώσουμε. Και το μόνο που μπορούμε να κάνουμε είναι να το υποδεχτούμε.

Ο Αραούζος διαπίστωσε τη δημιουργική σύγκρουση μεταξύ ενός διαπεραστικού νατουραλισμού και μιας ασύμμετρης υπερβολής κι όχι μόνο δεν επιχείρησε να τη «διορθώσει» σκηνικά, αλλά τη χρησιμοποίησε ως όχημα σε μια ανοιχτή λεωφόρο αφηγηματικής άνεσης. «Έχτισε» την παράσταση με βασικό υλικό αυτό το κράμα αλήθειας και πρόκλησης. Ευτύχησε, βέβαια, να έχει τον ιδανικό Καραγκιόζη, έναν πρωταγωνιστή προσηλωμένο και ολόψυχα ταγμένο στις δυνατότητες και το πνεύμα του κειμένου.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου