«Τζεμαλιγιέ» της Ομάδας Σόλο για Τρεις.
Εκτιμώ ότι θα πρόσφερε απείρως περισσότερα στην κατάκτηση της πολιτικής ωριμότητας από τους μελλοντικούς ενεργούς πολίτες αυτής της χώρας η παρουσίαση στα σχολεία μιας παράστασης όπως η «Τζεμαλιγιέ» της Ομάδας Σόλο για Τρεις, απ’ ότι π.χ. τα πανηγυρικά εθνοκαπηλικά λιβανίσματα που συνηθίζονται κατά τις επετείους, με την εμπλοκή και των ανύποπτων και εύπλαστων σχολαριόπαιδων.
Το έργο της Κωνσταντίας Σωτηρίου δεν είναι κάποιο δραματοποιημένο θεατρικό ντοκιμαντέρ που ρίχνει φως σε άγνωστες πτυχές της σύγχρονης Ιστορίας, που κουνάει διδακτικά και ενοχοποιητικά το δάχτυλο ή σκοπεύει να ενοχλήσει ξεθάβοντας αλήθειες βολικά κρυμμένες κάτω από το χαλί. Είναι βέβαια έκδηλη η εξαντλητική έρευνα σχετικά με τα γεγονότα στην οποία προέβη η συγγραφέας προκειμένου να δομήσει το ιστορικό φόντο. Όχι όμως επειδή προσβλέπει σε μια πιστή αναπαράσταση, ή επειδή σκοπεύει να μας τρίψει στα μούτρα έναν απωθητικό μεν, αλλά επιστημονικά τεκμηριωμένο ρεαλισμό.
Η δημιουργική συνειδητοποίηση επέρχεται μέσα από ένα στριγκό οικουμενικό και ουμανιστικό μήνυμα που αφορά τα ανθρώπινα πάθη, την πρόσληψη του φόβου, την κατανόηση του «Άλλου», σε συνάρτηση με την αλληλεπίδραση της προσωπικής πορείας και πράξης με τις πολιτικές και ιστορικές συνθήκες. Είναι ένα σκληροπυρηνικό και πολιτικά συνειδητοποιημένο πορτρέτο μιας γυναίκας που από φτερό στον άνεμο της Ιστορίας κατέληξε λόγω συγκυριών να γίνει η σπίθα για μια πυρκαγιά της οποίας το ξέσπασμα ήταν απλώς ζήτημα χρόνου.
Τα γεγονότα του ’63, μαζί με τις αιτίες και τις συνέπειές τους, είναι ένα θέμα που δεν τολμούν πολλοί δημιουργοί (κι από τις δύο κοινότητες) να αγγίξουν. Διότι γνωρίζουν πόσο ευαίσθητο και περίπλοκο είναι. Δεν πειράζουν την πληγή γιατί φοβούνται μήπως κακοφορμίσει.
Η Σωτηρίου δεν έχει βιώσει τα γεγονότα από πρώτο χέρι και δεν κάνει επίδειξη της όποιας γνώσης απέκτησε μελετώντας γι’ αυτά. Επιπρόσθετα, η παράσταση διακατέχεται από την υποκειμενικότητα της συγγραφέως όπως και των συντελεστών. Η υποκειμενικότητα, ωστόσο, καθόλου δεν αναιρεί τη διαύγεια και την ώριμη κριτική ματιά. Το σημαντικότερο προσόν του κειμένου δεν είναι η πυκνότητα συναισθημάτων, αλλά το ότι δεν θέτει στεγανά ως προς την ερμηνεία του παρελθόντος.
Εμφανής είναι η συναισθηματική σύνδεση της σκηνοθέτριας με το έργο και τη θεματική του. Η Μαρία Καρσερά αγκάλιασε το όραμα της Κ. Σωτηρίου, εκτίμησε σωστά τις δυνατότητες του έργου και εργάστηκε μαζί της στη διαμόρφωση του τελικού κειμένου. Χώρισε τη σκηνή στα δύο, όπου στο ένα μέρος, το νατουραλιστικό, παρακολουθούμε παράλληλες υποκειμενικές εξομολογήσεις Ελληνοκυπρίων γυναικών που έζησαν τα γεγονότα. Στο άλλο, το πιο ποιητικό, η Τζεμαλιγιέ τα εξιστορεί με ύφος λυρικό, ρομαντικό, αλλά και μεταφυσικό. Ακόμη και η γλώσσα που επιλέγηκε για την Τουρκοκύπρια πρωταγωνίστρια είναι η «αφύσικη» νέα ελληνική.
Η δράση εκτυλίσσεται με την παράθεση παράλληλων αφηγηματικών μονολόγων. Ο διάλογος υπάρχει, αλλά είναι νοητός και γίνεται με τον θεατή. Συνομιλητής είναι ο καθένας μας και επιτυγχάνεται έτσι μια ανατριχιαστική αμεσότητα, καθώς παρακολουθούμε να απλώνεται και στις δύο πλευρές η ανεξέλεγκτη πυρκαγιά της δυσπιστίας και της παράνοιας.
Η Έλενα Δημητρίου δεν υποδύεται απλώς το ρόλο. Τον ενδύεται με το δέρμα της, τρέχει στο αίμα της. Αλλά και η υπόλοιπη υποκριτική και καλλιτεχνική ομάδα είναι απόλυτα αφοσιωμένη στις ανάγκες του σκηνοθετικού οράματος. Το βίντεο συμβάλει στη δημιουργία της προσδοκώμενης ντοκιμαντερίστικης ατμόσφαιρας.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου