Δεν είμαι εξ ορισμού αρνητικός στο «πείραγμα» κλασικών έργων. Στις αναδομήσεις, τις ανασυνθέσεις, τις διασκευές, τους πειραματισμούς, τις σύγχρονες αναγνώσεις και ερμηνείες, γενικά το άλλαγμα των φώτων, άμα λάχει. Αρκεί, βέβαια, το τελικό αποτέλεσμα να βγάζει νόημα, να δικαιολογεί το θάρρος του δημιουργού και τη «φασαρία» στην οποία υπεβλήθησαν οι συντελεστές, να διασφαλίζει μια υποφερτή αισθητική αυτονομία.
Έχω, όμως, κι εγώ ως θεατής το αδιαπραγμάτευτο δικαίωμα να στοχαστώ ελεύθερα με εφαλτήριο το σκηνικό αποτέλεσμα, σύμφωνα με τις δικές μου προσλαμβάνουσες, το δικό μου ταπεινό αισθητικό κριτήριο ή και τη διάθεση της ημέρας.
Η συγκεκριμένη εκδοχή που συστήθηκε και στο κυπριακό κοινό χρονιάρες μέρες στο Ριάλτο και το Παλλάς είναι ένα facelift της παραγωγής του 2010, με αλλαγές στη διανομή και με τον «ψείρα» δημιουργό να επιμελείται προσωπικά και με ξεχωριστή σπουδή κάθε λεπτομέρεια που αφορά τις σκηνογραφικές ιδιαιτερότητες του εκάστοτε χώρου.
Ελεύθερα, λοιπόν, ο Ρήγος προτείνει μια αντίστροφη πορεία από αυτή που ακολούθησε ο Αλέξανδρος Δουμάς πατήρ, που «στρογγύλεψε» και «μαλάκωσε» τη μάλλον σκληρή ιστορία του Γερμανού Ερνστ Χόφμαν για να τη μετατρέψει σε τρυφερό παιδικό παραμύθι. «Επιστρέφει» το παραμύθι στους ενήλικες χωρίς να δειλιάζει μπροστά στο ρίσκο. Ακολουθεί μια αφαιρετική μεν, προβοκατόρικη δε καλλιτεχνική διεργασία, όχι τόσο γιατί αναμετριέται με το σήμα κατατεθέν του, το γυμνό ανθρώπινο σώμα, αλλά και γιατί εντάσσει στοιχεία «ακραίων» για τα… χρηστά ήθη ερωτικών φαντασιώσεων με τρόπο που να φαίνονται εντελώς «νορμάλ». Διότι έτσι πιστεύει ότι είναι.
Ο Ρήγος δεν αφήνει τίποτε στην τύχη και ελέγχει πλήρως τα υλικά του με την πλοκή να κυλάει ευχάριστα, παρά τον σκοτεινό θεματικό πυρήνα στον οποίο εστιάζει η πρόταση. Βρίσκω όμως ότι το σκηνικό αποτέλεσμα υστερούσε στο «δέσιμο» με το κοινό και ίσως ήταν υπερβολικά στιλιζαρισμένο, γεγονός που ξένιζε στα σημεία όπου τονίζονταν η ασχήμια και η βία. Επίσης, ενώ πέτυχε σε λυρισμό, βάθος και ένταση, απέτυχε μυστηριωδώς σε ερωτισμό, σε αισθησιασμό: τη βρήκα κομματάκι «ασεξουέλ» βρε αδερφέ, σε σχέση τουλάχιστον με την υπό διαπραγμάτευση οπτική γωνία.
Δεν θα ψέξω π.χ. τον Κωνσταντίνο Ρήγο (και ποιος είμαι εγώ άλλωστε) για «βεβήλωση» ή «προσβολή» ενός διαχρονικού αριστουργήματος, επειδή αποφάσισε να αναδομήσει με τολμηρό και ανατρεπτικό τρόπο τον «Καρυοθραύστη», όπως έκανε στο παρελθόν με δύο ακόμη μπαλέτα του Τσαϊκόφσκι, αλλά και με τον Στραβίνσκι και τον Ραβέλ. Αντίθετα, θα υπερασπιστώ μέχρι θανάτου (λέμε τώρα) το δικαίωμά του να στοχάζεται ελεύθερα με πνευματικό εφαλτήριο τα σπουδαία αυτά έργα.



Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου