Το Θέατρο Διόνυσος δεν μπορεί να κρύψει την προτίμησή του σε έργα που άπτονται της θεματικής των πολύπλοκων και δυσχερών σχέσεων που αναπτύσσουν οι σύγχρονοι νευρωτικοί δυτικοί άνθρωποι. Έτσι πρόχειρα, μπορώ να θυμηθώ τον «Θεό της Σφαγής», παλιότερα το «Δείπνο με φίλους» και το «Όνορ», ακόμη και το «Από Έρωτα» του Θ. Αθερίδη. Ένα παραπάνω, ο Νορέν παραδίδει μια σπουδή πάνω στην «ψυχοπαθολογία των μακρών σχέσεων», με την ένταση ενός πυρηνικού πολέμου δωματίου.
Κόλασή μας είναι οι άλλοι, όπως έλεγε κι ο Σαρτρ, και συχνά κόλαση είναι ο άνθρωπος με τον οποίο μοιραζόμαστε τη ζωή μας. Ο σύγχρονος τρόπος ζωής μάς καθιστά ψυχικά σακάτηδες, «συναισθηματικά αγράμματους» κατά τον Μπέργκμαν, γεγονός που ισχύει σε ευρύτερο ψυχαναλυτικό πλαίσιο, αλλά είναι ακόμη πιο ανάγλυφο στα κλειστά σύμπαντα των τοξικών συμβιωτικών σχέσεων.
Αυτή η μικρή οικιακή κόλαση, λοιπόν, παρουσιάζεται από τον Νορέν μ’ έναν ακραία σκληρό ρεαλισμό, σποραδικά πασπαλισμένο με σκόνη σουρεαλισμού. Ο αμείλικτος Σουηδός δραματουργός ωθεί την ταραχώδη αυτή θεματική ένα βήμα παραπέρα από εκεί που την πήγαν π.χ. ο Άλμπι στο «Ποιος φοβάται τη Βιρτζίνια Γουλφ;» ή ο Μπέργκμαν στις «Σκηνές από ένα γάμο», προσθέτοντας περισσότερη σωματική και ψυχολογική βία. Εστιάζει λιγότερο στην πλοκή και περισσότερο στον ζωηρό διάλογο, στον οποίο υποβόσκει μια συνεχής και εντεινόμενη λογομαχία και καταστεί τη θέαση περισσότερο κοπιαστική, χωρίς να χάνεται η απόλαυση.
Κι ο Λέανδρος Ταλιώτης, αφουγκραζόμενος αυτή τη συχνά υπαινικτική ένταση, επέλεξε να μας τη μεταδώσει με μια προσωπική μέθοδο αποστασιοποίησης. Αιρετικά ίσως σε σχέση με τις προθέσεις του συγγραφέα, δεν θεωρεί ότι ο θεατής πρέπει να εμπλακεί περισσότερο, να αισθανθεί οποιουδήποτε είδους οικειότητα με τα δρώμενα, σαν μουσαφίρης που κάθεται άβολα στο σαλόνι και γίνεται μάρτυρας ενός οικογενειακού καυγά. Προσωπικά ένιωσα όλη την ένταση στο πετσί μου, σε σημείο που ανησυχούσα μη φάω καμιά αδέσποτη, αλλά δεν ένιωσα σε κανένα σημείο της παράστασης άβολα –μόνη εξαίρεση όταν ο Ανδρέας Τσέλεπος κάθισε κατά λάθος πάνω στο καπέλο μου. Το είδα περισσότερο σαν μια πνευματική άσκηση.
Δεν ξέρω αν θα είχε ενστάσεις ο συγγραφέας, όμως η κυπριακή αυτή παραγωγή καταφέρνει να διατρέξει όλη τη γκάμα των ανθρώπινων αισθημάτων, αλλά και των κτηνωδών ενστίκτων μέχρι να οδηγήσει σε μια ισχυρή συναισθηματική εκκένωση. Είναι επίσης ευδιάκριτη και μια γενναία ποσότητα ερωτικού πατιρντί, καθώς η επαφή των δύο γειτονικών ζευγαριών, σαν λυδία λίθος, βαθαίνει την κρίση για το καθένα αλλά μπορεί να οδηγήσει και τη σχέση-ζόμπι σε μια διατηρητική αναζωογόνηση.
«Άμα δεν λιώσουμε μαζί πώς θες να γίνουμ’ ένα;» που λέει και το τραγούδι…

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου