Η πρώτη μου σκέψη καθώς κατευθυνόμουν προς την έξοδο του Υπογείου του Σατιρικού Θεάτρου ήταν ότι αν υπήρχαν τακτικά στο καλεντάρι μας παραστάσεις σαν τις «Εκκλησιάζουσες- Πρόβα Τζενεράλε», τότε η μαχητική δημοσιογραφία και η κριτική αρθρογραφία στον τόπο μας θα ήταν λιγότερο απαραίτητη.
Ο Γιώργος Μουαΐμης έχει φάει με το κουτάλι, όσο μπορεί να το πει κανείς, τις παραγωγές αρχαίου δράματος και ειδικά την αττική κωμωδία, όμως τη φορά αυτή ξεπέρασε τον εαυτό του. Απελευθερωμένος από τα στεγανά του ΘΟΚ και χωρίς να νοιάζεται για τυχόν ενστάσεις των αττικιστών, εκμεταλλεύτηκε στο έπακρο τον άπλετο χρόνο και το κλειστό χώρο και παρουσιάζει μια καλοδουλεμένη και καλολαδωμένη πρόταση που εκτός από τη φρεσκάδα και την άνεση, στην οποία συνέβαλε η δίψα και ο ενθουσιασμός των νεαρών συνοδοιπόρων του, χαρακτηρίζεται από σφρίγος και αδρότητα.
Πρόκειται για μια χαρακτηριστική «παράσταση του σκηνοθέτη», η οποία άνθισε μέσα στο χαμηλοτάβανο και εναλλακτικό υπόγειο όπου δημιουργήθηκε. Η μεγαλύτερη επιτυχία της είναι η αποτελεσματικότητα με την οποία ανάγει τον θεατρικό λόγο σε δημόσιο και τούμπαλιν. Χωρίς να διστάζει να παρέμβει δραστικά στο πρωτότυπο κείμενο, κατορθώνει να μιλά με τόλμη, παρρησία και γνήσια αριστοφανική αμεσότητα για τα κακώς έχοντα, την πολιτική και κοινωνική παρακμή, την ηθική και οικονομική κατάπτωση σιγοντάροντας τον μυθοπλαστικό οίστρο και την ανθρωπιστική αξία του έργου.
Πραγματικά, υπάρχουν στιγμές που η αμεσότητα αυτής της πρότασης «σπάζει κόκκαλα». Αν την «έβλεπε» η κυπριακή επικαιρότητα με τους φαιδρούς της αντιήρωες θα... έψαχνε να κρυφτεί.
Το δεύτερο σημαντικό επίτευγμα του Μουαΐμη είναι ότι κατάφερε να μετατρέψει σε προτέρημα τη σημαντικότερη ίσως αδυναμία της παραγωγής -αν φυσικά εξαιρέσει κανείς τον οφθαλμοφανέστατα πενιχρό προϋπολογισμό της: την ανισότητα που δημιουργούσε η σύμπραξη ψημένων και επαγγελματιών ηθοποιών με άπειρους ή και ερασιτέχνες. Η εμφανής ανισορροπία παραπέμπει στη μεταβλητότητα και τις αποκλίσεις της κοινωνίας την οποία καθρεπτίζει και επιπλέον υπερτονίζει και δίνει μεγαλύτερη ώθηση στους κεντρικούς ρόλους.
Ειδικότερα, η Πραξαγόρα της Μαρίας Παπακώστα γεμίζει τη σκηνή. Η νεαρή ηθοποιός έδωσε μια χυμώδη και δυναμική ερμηνεία αξιοποιώντας όλα τα όπλα που της πρόσφερε η σκηνοθεσία.
Η αναπόφευκτη «κοιλιά» δεν έγινε στη μέση, αλλά εμφανίστηκε εν είδει ανηφόρας στο τελευταίο μέρος κι ίσως σ’ αυτό να διαδραμάτισε σημαντικό ρόλο η «άπλα» και η σκηνοθετική γαλαντομία του Μουαΐμη.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου