«Ερωφίλη» του Γ. Χορτάτση
Η Μαρία Κυριάκου είναι μια σκηνοθέτρια που στοχάζεται με τη δουλειά της και γι’ αυτό θα απορώ για πολύ καιρό πώς «κατάφερε» να παραδώσει μια πρόταση τόσο υψηλής αισθητικής, που ωστόσο εκνεύρισε την πλειοψηφία των θεατών. Κανείς δεν μπορεί να της χρεώσει ότι δεν εργάστηκε σκληρά και δημιουργικά, ότι δεν κατάφερε να τιθασεύσει τις ενδιαφέρουσες ιδέες της, ότι δεν μετέδωσε το όραμά της και δεν ενέπλεξε μέχρι τα μπούνια την ονειρεμένη ομάδα ηθοποιών την οποία εξασφάλισε, ότι έκανε λάθος επιλογές συνεργατών, ότι πήρε αψήφιστα ένα τόσο απαιτητικό έργο όπως είναι η «Ερωφίλη».
Αλλά και κανείς δεν μπορεί να της πιστώσει ότι έφερε εις πέρας τους υψηλούς και φιλόδοξους στόχους που είχε εξαρχής θέσει, κυρίως γιατί ψηλαφώντας τόσο καιρό απέτυχε να βρει το ακριβές σημείο όπου η εικόνα και η δράση «κούμπωναν» με το λόγο.
Το σκηνικό αποτέλεσμα έπασχε από μια βαριάς μορφής δραματουργική «δυσλεξία» και -ειδικότερα για τους θεατές που δεν καθόντουσαν στις μπροστινές θέσεις- μετά βίας η μουσικότητα, ο γλωσσικός λυρισμός της τραγωδίας του Γεώργιου Χορτάτση έφτανε στην πλατεία. Και το πρόβλημα δεν ήταν μόνο τεχνικό.
Η Μαρία Κυριάκου και οι ηθοποιοί αφουγκράστηκαν τους εσωτερικούς κραδασμούς του έργου κι έμειναν πιστοί σε έναν θεματικό μπούσουλα με προσανατολισμό τα διαχρονικά κοινωνικά μηνύματα του αριστουργήματος της κρητικής λογοτεχνίας και χωρίς να αγνοούν την πολιτική του «καρδιά». Όμως, η ανοιχτή αντίθεση στην κλασική αναπαράσταση και τους κανόνες της εκφραζόταν με τρόπο επιδεικτικό, η ένταξη των στοιχείων του επινοημένου θεάτρου στοίχισε στην πρόσληψη του κειμένου, η προσδιορισμένη μετα-αφήγηση και ο υπερτονισμός της διακειμενικότητας έδωσαν ασκησιολογική χροιά στην απόπειρα, η οποία πήρε ανεξέλεγκτη έκταση.
Μπορεί η σκηνοθέτρια να ακολούθησε με αυτοπεποίθηση μια αντισυμβατικά φορμαλιστική τεχνοτροπία και εικαστικά να συνεργάστηκε άψογα με τον Γιώργο Γιάννου, να βρήκε απέραντο κοινό έδαφος με τον Πάνο Μπάρτζη στο ακουστικό-μουσικό μέρος και την Τζούλια Μπρέντλ στο κινησιολογικό, παίζοντας εμπνευσμένα με τις αισθήσεις μας, εντούτοις η πρόσληψη του θεατή δοκιμάστηκε στο έπακρο κυρίως γιατί το απωθημένο κείμενο έμοιαζε να ασφυκτιά, να βράζει σαν ηφαίστειο κάτω από την περικαλλή οπτική πέτσα.
Η Μαρία Κυριάκου είναι μια σκηνοθέτρια που στοχάζεται με τη δουλειά της και γι’ αυτό θα απορώ για πολύ καιρό πώς «κατάφερε» να παραδώσει μια πρόταση τόσο υψηλής αισθητικής, που ωστόσο εκνεύρισε την πλειοψηφία των θεατών. Κανείς δεν μπορεί να της χρεώσει ότι δεν εργάστηκε σκληρά και δημιουργικά, ότι δεν κατάφερε να τιθασεύσει τις ενδιαφέρουσες ιδέες της, ότι δεν μετέδωσε το όραμά της και δεν ενέπλεξε μέχρι τα μπούνια την ονειρεμένη ομάδα ηθοποιών την οποία εξασφάλισε, ότι έκανε λάθος επιλογές συνεργατών, ότι πήρε αψήφιστα ένα τόσο απαιτητικό έργο όπως είναι η «Ερωφίλη».
Αλλά και κανείς δεν μπορεί να της πιστώσει ότι έφερε εις πέρας τους υψηλούς και φιλόδοξους στόχους που είχε εξαρχής θέσει, κυρίως γιατί ψηλαφώντας τόσο καιρό απέτυχε να βρει το ακριβές σημείο όπου η εικόνα και η δράση «κούμπωναν» με το λόγο.
Το σκηνικό αποτέλεσμα έπασχε από μια βαριάς μορφής δραματουργική «δυσλεξία» και -ειδικότερα για τους θεατές που δεν καθόντουσαν στις μπροστινές θέσεις- μετά βίας η μουσικότητα, ο γλωσσικός λυρισμός της τραγωδίας του Γεώργιου Χορτάτση έφτανε στην πλατεία. Και το πρόβλημα δεν ήταν μόνο τεχνικό.
Η Μαρία Κυριάκου και οι ηθοποιοί αφουγκράστηκαν τους εσωτερικούς κραδασμούς του έργου κι έμειναν πιστοί σε έναν θεματικό μπούσουλα με προσανατολισμό τα διαχρονικά κοινωνικά μηνύματα του αριστουργήματος της κρητικής λογοτεχνίας και χωρίς να αγνοούν την πολιτική του «καρδιά». Όμως, η ανοιχτή αντίθεση στην κλασική αναπαράσταση και τους κανόνες της εκφραζόταν με τρόπο επιδεικτικό, η ένταξη των στοιχείων του επινοημένου θεάτρου στοίχισε στην πρόσληψη του κειμένου, η προσδιορισμένη μετα-αφήγηση και ο υπερτονισμός της διακειμενικότητας έδωσαν ασκησιολογική χροιά στην απόπειρα, η οποία πήρε ανεξέλεγκτη έκταση.
Μπορεί η σκηνοθέτρια να ακολούθησε με αυτοπεποίθηση μια αντισυμβατικά φορμαλιστική τεχνοτροπία και εικαστικά να συνεργάστηκε άψογα με τον Γιώργο Γιάννου, να βρήκε απέραντο κοινό έδαφος με τον Πάνο Μπάρτζη στο ακουστικό-μουσικό μέρος και την Τζούλια Μπρέντλ στο κινησιολογικό, παίζοντας εμπνευσμένα με τις αισθήσεις μας, εντούτοις η πρόσληψη του θεατή δοκιμάστηκε στο έπακρο κυρίως γιατί το απωθημένο κείμενο έμοιαζε να ασφυκτιά, να βράζει σαν ηφαίστειο κάτω από την περικαλλή οπτική πέτσα.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου