Κυριακή 29 Ιανουαρίου 2017

Ασπιρίνες ανθρωπιάς

«Λαμπεντούζα» του του Άντερς Λουστγκάρτεν σε σκηνοθεσία Βαγγέλη Θεοδωρόπουλου.

Η φιλοξενία παραστάσεων από την Ελλάδα θα μπορούσε να είναι μορφή προληπτικής αγωγής κατά της εσωστρέφειας για το κυπριακό θεατρικό οικοσύστημα. Δεν είναι ότι δεν έχουμε αρκετές παραγωγές, αλλά είναι πάντα χρήσιμη μια ενημέρωση για τα καλλιτεχνικά τεκταινόμενα στη μητροπολιτική Ελλάδα. Ίσως να ήταν χρήσιμη και μια θεσμική επαναφορά εκείνης της Εβδομάδας Ελληνικού Έργου, όχι βέβαια με τη λογική της εμπορικής αρπαχτής, αφού ούτως ή άλλως, για μια ποιοτική ελλαδική παραγωγή η εμπορική επιτυχία των περιορισμένων παραστάσεων είναι δεδομένη.

Δεν θα τολμήσω να πω ότι η «Λαμπεντούζα» του Θεάτρου του Νέου Κόσμου, που φιλοξένησαν το Θέατρο Ριάλτο και ο ΘΟΚ σε Λεμεσό και Λευκωσία, είναι μια παραγωγή αντιπροσωπευτική των προβληματισμών του θεατρικού κόσμου σήμερα στην Ελλάδα. Οπωσδήποτε όμως αγγίζει στο μεδούλι όσα ταλανίζουν σε κοινωνικό και πολιτικό επίπεδο την ταλαιπωρημένη χώρα. Ένας Βρετανός ακτιβιστής με σκανδιναβικό όνομα και ουγγροαμερικανικές και εβραϊκές καταβολές προτείνει ένα έργο με πρωταγωνιστές έναν Ιταλό και μια Σινοαγγλίδα, με θέμα το προσφυγικό και τις επιπλοκές της λιτότητας και του ακραίου νεοφιλελευθερισμού, που παρουσιάζεται στην Κύπρο από ελλαδικό θίασο. Με αυτή την πρόταση δεν κάναμε μόνο τον περίπλου της υφηλίου, αγγίξαμε την ουσία όσων απασχολούν σήμερα την ανθρωπότητα. 

Δυσκολεύομαι να φανταστώ κάποιο μέρος στον κόσμο όπου θα φάνταζε πιο επίκαιρο ένα τέτοιο έργο σήμερα απ’ ό,τι στην Ελλάδα, που αποτελεί ίσως μια από τις πιο χαρακτηριστικές μικρογραφίες ενός παρηκμασμένου παγκόσμιου οικονομικού συστήματος που έφτασε να τρώει τις ίδιες του τις σάρκες. Το πόνημα του Άντερς Λουστγκάρτεν δεν είναι τόσο ένα θεατρικό έργο όσο μια πολιτική δήλωση που αφορά στη μεγαλύτερη πρόκληση της εποχής μας, ρίχνοντας φως στις τραγικές ατομικές ιστορίες πίσω από τις μακάβριες στατιστικές. Κι έτσι το αντιμετώπισε ο σκηνοθέτης, Βαγγέλης Θεοδωρόπουλος. Δομικά ιδιόμορφο έργο, αποτελείται από δύο παράλληλους μονολόγους, με αποδέκτη το κοινό. Μας μιλάει κατευθείαν κι όχι εμμέσως, διότι ο συγγραφέας προσδοκά στην εμπλοκή μας και πιστεύει ότι σε τέτοια ζητήματα δεν υπάρχει λόγος να μασάμε τα λόγια μας.

Ο πρώην ψαράς στη Λαμπεντούζα (εξαιρετικός ο Αργύρης Ξάφης) που για βιοπορισμό «αλιεύει» πλέον πτώματα προσφύγων από τη Μεσόγειο, και η μιγάδα στη Βόρεια Αγγλία (η Ελληνογερμανίδα Χαρά-Μάτα Γιαννάτου) που συλλέγει χρωστούμενα από μπατίρηδες για μια στυγνή εταιρεία διαχείρισης δανείων προκειμένου να χρηματοδοτήσει τις σπουδές της, συναντιούνται μόνο συμβολικά, στο τέλος της παράστασης. Έρμαια, εντούτοις, και οι δύο μιας θεσμικής κτηνωδίας, είναι σαφές ότι είναι αλυσοδεμένοι με τα αόρατα δεσμά των τοξικών σχέσεων παραγωγής και των ασυμβίβαστων αντιθέσεων που αναπτύσσονται σαν ανεξέλεγκτες παραφυάδες στο εσωτερικό ενός βάρβαρου οικονομικού συστήματος, στην αποχέτευση του οποίου και οι ίδιοι παρασιτούν. Εύλογα αμφότεροι «διψούν» για συναισθηματικά αποκούμπια, παρόλο που οι μικρές… ασπιρίνες ανθρωπιάς δεν αντισταθμίζουν τη συστημική συμφορά.

Αν είχα μια «ένσταση» αυτή θα αφορούσε στον τίτλο. Αυτονόητα για μένα το έργο εστιάζει στο -για λάθος λόγους- διάσημο μικρό νησάκι της Mare Nostrum, στο νοτιότερο άκρο της ιταλικής επικράτειας. Θα μπορούσε το έργο να τιτλοφορείται «Λιντς» για να τονίσει την άλλη όψη του ίδιου υποτιμημένου νομίσματος.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου