Κυριακή 15 Ιανουαρίου 2017

Ο Χάιντ που δεν κρύβεται

«Dr. Jekyll and Mr Hyde» σε σκηνοθεσία Αντρέα Χριστοδουλίδη.

Συμβαίνει άραγε συχνά να κοιτάζουμε τον καθρέφτη και να δυσκολευόμαστε να αναγνωρίσουμε το είδωλό μας; Να συλλαμβάνουμε τον εαυτό μας να αντιδρά αψυχολόγητα ή να κάνει πράγματα ασυνήθιστα; Είναι συχνό φαινόμενο η πίεση των περιστάσεων να επιφέρει παρεκκλίσεις από την κανονική μας συμπεριφορά, που μας ωθούν στην αίσθηση ότι μέσα μας κρύβουμε κι έναν άλλο άνθρωπο;

Ο Αντρέας Χριστοδουλίδης απαντά καταφατικά σ’ αυτά τα ερωτήματα. Προφανώς τα απηύθυνε πρώτα στον εαυτό του, με επίκεντρο την καλλιτεχνική φύση που προσπαθεί να ισορροπήσει με… την ανθρώπινη, για να κρατήσει γερά το τιμόνι ενός κλυδωνιζόμενου θεατρικού οργανισμού. Αυτή είναι όμως μια διαφορετική μάχη.

Ο Ρόμπερτ Λούις Στίβενσον στην εμβληματική του νουβέλα «Η παράξενη υπόθεση του δόκτορος Τζέκιλ και του κυρίου Χάιντ» εκκινούσε από τη βαθιά ριζωμένη στη δυτική κουλτούρα έννοια του καλού και του κακού, για να τονίσει τον ανεπίλυτο δεσμό που υπάρχει ανάμεσα στα δύο, αλλά και ανάμεσα στις έννοιες του πολιτισμού και της βαρβαρότητας, ως δύο όψεις του ίδιου νομίσματος. Το έργο γράφτηκε το 1886, στη δύση της Βικτωριανής εποχής, σε μια περίοδο που οι θεωρίες του Δαρβίνου είχαν διαποτίσει τη λογοτεχνική παραγωγή. Λέγεται ότι ο Στίβενσον έγραψε το γνωστότερο έργο του μέσα σε έξι μόλις μέρες, εμπνευσμένος από έναν τρομερό εφιάλτη που είδε στον ύπνο του. 

Ο Σκωτσέζος συγγραφέας κληροδότησε στη λογοτεχνία και την ανθρωπότητα μια πανίσχυρη, διαχρονική παραβολή πάνω στη διττή φύση του ανθρώπου, παρόλo που η ιδέα για την κρυφή, τερατώδη φύση μας και η αμφισβήτηση της επιθετικής προόδου του ανθρώπινου πολιτισμού προηγήθηκαν κι αυτής ακόμη της Βικτωριανής εποχής, αν θυμηθεί κανείς την περίπτωση του «Φρανκεστάιν» της Μαίρης Σέλεϊ, που γράφτηκε 70 χρόνια νωρίτερα. Και βέβαια, ο Σοφοκλής είχε προφτάσει 24 αιώνες νωρίτερα να υμνήσει την τρομερή ικανότητα του ανθρώπου να δημιουργεί και να καταστρέφει παράλληλα.

Ειδικότερα τα δέκα τελευταία χρόνια, το Θέατρο Ένα μοιάζει να έχει ταχθεί στη σκηνική απόδοση σκοτεινών ιστοριών, με τον Αντρέα Χριστοδουλίδη να προτείνει για την καθεμιά διαφορετική σκηνοθετική φόρμουλα. Κι αυτό παρά το γεγονός ότι τα αναγνωρίσιμα στοιχεία είναι διάχυτα και δεν αφορούν μόνο στον μόνιμο πρωταγωνιστή, Σωτήρη Μεστάνα, που δίνει εδώ άλλη μια μεστή ερμηνεία. Υπάρχει μια γνώριμη μανιέρα, κι αυτή ενδεχομένως να έχει να κάνει με τη σπουδή του σκηνοθέτη να προσδίδει μια αίσθηση εσωτερικότητας και μια φιλοσοφική νότα, αντί να επιμένει σε κάποιο άσκοπο και βερμπαλιστικό εικονολόγιο τρόμου. Είναι μια δυναμική, κινηματογραφική ματιά, που εντούτοις δεν επιβάλλεται στο έργο, αλλά προσπαθεί να το υπηρετήσει. 

Εν προκειμένω, προσδίδει πινελιές της εποχής, κάποια ατμοσφαιρικά, ρετρό στοιχεία, υποβοηθούμενος από τα μελετημένα σκηνικά και κοστούμια του Λάκη Γενεθλή. Κυριαρχεί μια αίσθηση σκηνοθετικής βεβαιότητας σε σχέση με τα ζητούμενα του διαμορφωθέντος κειμένου, το οποίο ωστόσο αφήνει μια αίσθηση αφηγηματικών κενών. Ο Χριστοδουλίδης, πάντως, πιστεύει στο έργο όπως το έχει διασκευάσει και αντλεί τα στοιχεία μυστηρίου και αμφισβήτησης που θεωρεί βασικά στην οικοδόμηση του οράματός του.

Αποφάσισε να αφήσει ανοιχτό το ηθικό πρόβλημα, δηλαδή το αν είναι θεμιτό το πάθος για επιστημονική γνώση να φλερτάρει με την καταστροφή. Προτίμησε να εστιάσει στην αντανάκλαση του κακού ως αδιάσπαστου στοιχείου της ανθρώπινης φύσης. Ο αγροίκος Χάιντ βρίσκεται μεν στον αντίποδα του εκλεπτυσμένου δρος Τζέκιλ, εντούτοις ο δεύτερος έχει ήδη εκδηλώσει, όπως και οι υπόλοιποι χαρακτήρες, τη διττή του φύση, μια προδιάθεση προς τον εγωκεντρισμό, την ασέβεια, την πανουργία, την αναξιοπρέπεια: μικρές, καθημερινές, ηθικές διολισθήσεις, που αντανακλούν το κακό.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου