Κυριακή 5 Φεβρουαρίου 2017

Μεταξύ αλληλεξάρτησης κι αλληλοσπαραγμού

«Η Παράλειψη της οικογένειας Κόλεμαν» του Κλαούντιο Τολκατσίρ σε σκηνοθεσία Μαρίας Κυριάκου.  

«Μη χτυπάτε το κουδούνι, παράσταση σε εξέλιξη». Η επιγραφή αυτή υποδέχεται τους επισκέπτες του σπιτιού που νοίκιασε ο Αργεντινός ηθοποιός και σκηνοθέτης Κλαούντιο Τολκατσίρ, για να το μετατρέψει σ’ έναν –θρυλικό πλέον- θεατρικό χώρο. Το «Timbre 4», ελληνιστί «4ο Κουδούνι», βρίσκεται στο Μποέδο, μια τυπική εργατογειτονιά του Μπουένος Άιρες. Κι η «Παράλειψη της οικογένειας Κόλεμαν» δεν αποτέλεσε μόνο το πόνημα που εκτόξευσε τη φήμη του κι ως θεατρικού συγγραφέα, αλλά αποτέλεσε και ιδρυτικό ορόσημο στην ιστορία του συγκεκριμένου καλλιτεχνικού οργανισμού. Εκείνο το σπίτι αποτέλεσε τη μήτρα που επί εννιά μήνες «κυοφορούσε» ένα έργο που έμελλε να γνωρίσει τεράστια επιτυχία –αρχικά από στόμα σε στόμα- κι έφτασε να θεωρείται από τα σημαντικότερα της σύγχρονης αργεντινικής δραματουργίας.

Σχεδόν 12 χρόνια μετά, στην ανατολή του 2017, ανεβαίνει και σ’ ένα μικρό νησιωτικό κράτος της νότιας Ευρώπης, βόρεια της Αφρικής, εδώ κοντά μας. Το εντυπωσιακό και συνάμα ριψοκίνδυνο στην προκειμένη περίπτωση είναι ότι ένα κείμενο που «γεννήθηκε» αντισυμβατικά, στην καρδιά ενός μπάριο, μέσα από μια διαδικασία πειραματισμού, επινόησης και αυτοσχεδιασμού, κερδίζει την εμπιστοσύνη ενός σκληροπυρηνικού κρατικού θεάτρου. Εντάξει, οι Αποθήκες του ΘΟΚ δεν είναι κι ο πιο συμβατικός θεατρικός χώρος του κόσμου, η δυνατότητα ωστόσο που δίνεται σ’ ένα έργο που σφυρηλατήθηκε μέσα σε τόσο διαφορετικές συνθήκες να επικοινωνήσει επιτυχώς μ’ ένα εντελώς διαφορετικό κοινό, πιστοποιεί και την αξία του.

Η επιτυχία πιστώνεται βεβαίως στον Θεατρικό Οργανισμό Κύπρου για την επιλογή του, αλλά και στους συντελεστές, με πρώτη τη Μαρία Κυριάκου. Η σκηνοθέτρια από τη Λεμεσό δεν ένιωσε φυσικά την ανάγκη να αποδείξει κάτι, να υπενθυμίσει στον ΘΟΚ ότι οφείλει να επενδύει συχνότερα στο υψηλό καλλιτεχνικό επίπεδο και φρόνημα που χαρακτηρίζει τους Κύπριους σκηνοθέτες –ειδικά της νεότερης γενιάς. Έκανε αυτό που ξέρει να κάνει καλά. Μελέτησε βαθιά το σαρδόνιο αυτό έργο, εντόπισε τα δυνατά του σημεία και εμπνεύστηκε μια δική της φόρμουλα, τηρώντας μια σκηνοθετική γραμμή που ενέπνεε και απέπνεε εμπιστοσύνη στο υποκριτικό δυναμικό. Ευτύχησε, βεβαίως, να έχει στη διάθεσή της μια μετάφραση- κέντημα από τη Μαρία Χατζηεμμανουήλ, αλλά και το περιπόθητο δίδυμο των Μελίτας Κούτα και Χάρη Καυκαρίδη που φρόντισαν για μια χρηστική και ταυτόχρονα χαώδη σκηνική χωροθέτηση, που αναφέρεται σ’ ένα σπίτι που περιέχει και ταυτόχρονα περιορίζει τους ενοίκους του.

Η «Παράλειψη» είχε πρωτοπαρουσιαστεί σε μια Αργεντινή προσφάτως χρεοκοπημένη, που μόλις είχε αρχίσει να βρίσκει τα πατήματά της μετά την κρίση. Σε ανάλογες περιστάσεις μπορούμε να πούμε ότι παρουσιάστηκε και στην Κύπρο, όπως και στην Ελλάδα κι αυτός ήταν ίσως ένας ακόμη λόγος που μας φάνηκε τόσο οικείο. Σε φιλοσοφικό επίπεδο θα μπορούσε κανείς να εντοπίσει αναφορές στο σαρτρικό «Κεκλεισμένων των Θυρών». Σε ψυχο-κοινωνικό επίπεδο θα μπορούσε να το παραλληλίσει με το «Σπιρτόκουτο» του Γιάννη Οικονομίδη, αλλά στο πιο κωμικό. Αν και η τραγικότητα αυτού του κειμένου αναδεικνύεται εντονότερα στις πιο τραγελαφικές του στιγμές.

Κλείνοντας το μάτι στο θέατρο του παραλόγου, ο συγγραφέας περιγράφει το τοξικό πλέγμα δεσμών και σχέσεων που απλώνεται στα ενδότερα μιας παρακμάζουσας μικροαστικής οικογένειας. Τα μέλη της είναι ανθρωπινότατοι αντιήρωες, εθισμένοι στο επικριτικό βλέμμα του άλλου. Παράλληλα, ο Τολκατσίρ σκιαγραφεί τους καθιερωμένους ρόλους σε μια δομή που μοιάζει με μικρογραφία της ευρύτερης κοινωνίας. Με εργαλείο μια έκρυθμη πλοκή, εστιάζει στη βία και τα ευτράπελα μιας καθημερινής συναναστροφής που τραμπαλίζεται μεταξύ αλληλεξάρτησης κι αλληλοσπαραγμού. Το αδιέξοδο αναπαράγεται και το όλο σύμπλεγμα αυτοτρέφεται και αυτοεξοντώνεται σαν ουροβόρος όφις. Κι όποιος αντέξει.


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου