«Killer Joe» του Τρέισι Λετς στο Θέατρο Ένα.
Καθώς ξεδιπλώνεται η πλοκή διαπιστώνεις ότι δεν περισσεύει όχι διάλογος αλλά ούτε νεύμα. Όλα έχουν τη θέση τους. Γι’ αυτό και είναι ζόρικος όσο και ευχάριστος πονοκέφαλος για έναν σκηνοθέτη να το αναλάβει. Διότι μερικές κλωστές συγκρατούν το προαναφερθέν ευχάριστο αποτέλεσμα από ένα συνονθύλευμα σκοτωμών, ξυλοδαρμών, χυδαιότητας και ακατάσχετης υβρεολογίας.
Στη σαδιστική αυτή φάρσα, ο θεσμός της οικογένειας καταρρέει σαν χάρτινος πύργος. Η υπερβολή στην καθημερινή ζωή μοιάζει απόλυτα φυσιολογική καθώς εστιάζει σε φουκαράδες της διπλανής πόρτας που προσπαθούν να χωρέσουν στη ζωή, αλλά τελικά προκαλούν τη μοίρα με σχεδόν αυτοκαταστροφική διάθεση. Οδηγούνται σε ακραίες καταστάσεις, πέφτοντας θύματα του ίδιου τους του εαυτού και των αδυναμιών τους.
Η φτώχεια που περιγράφει ο Λετς είναι σύμπτωμα, παθογένεια και ου γαρ έρχεται μόνη. Δεν είναι ένα χαριτωμένο ρομαντικό θέμα που σφυρηλατεί την ηθική των εμπλεκομένων. Τα εξαμβλώματα του Αμερικανικού Ονείρου είναι άνθρωποι καταδικασμένοι να ζουν σε έναν βούρκο αποσάρθρωσης, αυτοδικίας, άγνοιας και αμορφωσιάς, ενώ υποφέρουν από τις ίδιες τους τις στενόμυαλες ιδέες, την κουτοπονηριά τους και χαρακτηρίζονται από μια εξωφρενική ψευδαίσθηση ότι ακολουθούν τις παραδοσιακές ηθικές αξίες τη στιγμή που τα πάντα γύρω τους αποσυντίθενται.
Ο συγγραφέας φαντάστηκε τους αντιήρωές του ως trailer trash κάτι που ενστερνίστηκε κι ο Γουίλιαμ Φρίντκιν στην πολύ πρόσφατη ταινία του –σε σενάριο του Λετς. Η παράσταση του Θεάτρου Ένα το παρακάμπτει αυτό κι από ένα τροχόσπιτο προτιμά ένα μισογκρεμισμένο λυόμενο φτωχόσπιτο. Ο Αντρέας Χριστοδουλίδης θέλει ενδεχομένως να ενισχύσει τη σχετική αισθητική οικειότητα του κυπριακού κοινού, διατηρώντας βέβαια την ούτως ή άλλως αναπόφευκτη αλλά και απαραίτητη απόσταση από τα δρώμενα. Άλλωστε η εξαπλωμένη εξοικείωσή μας με τη θεματολογία του αμερικανικού κινηματογράφου αποτελεί κύριο παράγοντα επίτευξης μιας σχετικής νοερής εγγύτητας με τα δρώμενα π.χ. στην τεξανική επαρχία.
Ο έμπειρος σκηνοθέτης επένδυσε στην νουάρ ατμόσφαιρα και αξιοποίησε στο έπακρο τις δυνατότητες του έργου. Άφησε το βαρύ καλτ νουάρ να αναμιχθεί αβίαστα με την ιλαροτραγωδία αποδίδοντας ένα εκρηκτικό, ανόσιο μίγμα ακραίας βίας, κυνικής απαισιοδοξίας και άφθονου γέλιου που ξεχύνεται από τις χαραμάδες της τραγικότητας των καταστάσεων. Καθοδήγησε τους ηθοποιούς να παίξουν θαρραλέα μεν, αλλά και στυγνά, ρεαλιστικά και προσγειωμένα, χωρίς ερμηνευτικές υπερβολές, σε μια προσπάθεια ακριβώς να αποτυπωθεί ο αποτρόπαιος παραλογισμός της βίας, η δίνη της αμφιβολίας, των αντιφάσεων και των ανατροπών και οι αποχρώσεις στις εναλλαγές της ψυχολογίας των αντιηρώων, εκ των οποίων κανείς δεν είναι «αξιαγάπητος» και δεν τίθεται ζήτημα ταύτισης του θεατή.
Ο Σωτήρης Μεστάνας βγάζει με τόση ευχέρεια αυτή την ροκ καουμπόικη «βλαχιά» του ψυχρού πληρωμένου δολοφόνου που αποδεικνύεται τελική νέμεση για τη μισοκατεστραμμένη οικογένεια, ώστε φαντάζει ιδανικός γι’ αυτό το ρόλο. Με ανεπαίσθητη παραφωνία 1-2 όχι κραυγαλέες ηλικιακές αστοχίες, το καστ φέρνει εις πέρας το όραμα του σκηνοθέτη και κατ΄ επέκταση του συγγραφέα να μεταπλάσει σε καυστική σάτιρα ένα αιματοβαμμένο, μοιραίο συναπάντημα περιθωριακών ανθρώπων.
Θα εισηγούμουν στους θεατές να χαλαρώσουν λίγο και να μην καταπνίγουν το γέλιο. Δεν είναι ντροπή. Είναι απόλυτα φυσιολογικό να σοκάρεσαι από το ιλαροτραγικό του πράγματος και να αφήνεσαι να προβληματιστείς για τη φύση της βίας, την αυθάδεια και τη σκληρότητα που είναι αστεία ακριβώς γιατί υποτίθεται ότι ΔΕΝ αφορά εμάς.


Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου