«Επικίνδυνο παιχνίδι» του Ουίλιαμ Γκίμπσον στο Μουσείο Ζαμπέλα.
Μια σειρά από παράγοντες ανέβαζαν τον δείκτη δυσκολίας. Παρότι γραμμένο το 1958, το έργο του Ουίλιαμ Γκίμπσον μόνο τραβηγμένο από τα μαλλιά μπορεί να χαρακτηριστεί «κλασικό», με την έννοια της ανεξάντλητης πηγής απροσδόκητων εκπλήξεων και του πρότυπου και πανανθρώπινου δημιουργήματος που επιβάλλεται στο συλλογικό ασυνείδητο και δεν περιορίζεται χρονικά και τοπικά. Είναι μια γλυκόπικρη κομεντί που δεν φαίνεται να κρύβει πολλά επίπεδα ανάγνωσης και διαπνέεται από μια μάλλον παράκαιρη μελαγχολία. Σαν να μη φτάνουν αυτά, η διάρκεια αγγίζει τα όρια του απαγορευτικού.
Δεν ρώτησα τους συντελεστές γιατί αποφάσισαν να καταλήξουν στον συγκεκριμένο τίτλο. Αποφάσισα να το ανακαλύψω μόνος μέσα από μια διαδικασία ανίχνευσης των χαρακτηριστικών που ολοκλήρωσαν την πρόταση. Ο πρωτότυπος τίτλος είναι «Two for the seesaw». Ελληνιστί: η τραμπάλα θέλει δύο. Κι όντως η πρόκληση μοιάζει με επισφαλή βόλτα σε παιδική χαρά, που μπορεί να αποβεί ευχάριστη μα κι επώδυνη. Ωστόσο, δεν επελέγη ούτε ο πολυχρησιμοποιημένος ελληνικός τίτλος που σύστησε ο θίασος Λαμπέτη- Χορν: «Το παιχνίδι της μοναξιάς». Εύστοχα, πιστεύω, οι συντελεστές απέφυγαν έναν τίτλο που σήμερα θα έμοιαζε με πλασάρισμα μασημένης τροφής. Απέφυγαν όμως και τον πρωτότυπο, μάλλον για αντιπερισπασμό, ενδεχομένως επειδή θεώρησαν ότι μετατοπίζει ελαφρώς το κέντρο βάρους του έργου.
Ο Πελτέκης, πάντως, τοποθέτησε την τραμπάλα σε περίοπτη θέση στο κέντρο της υποτυπώδους σκηνής που στήθηκε στο Μουσείο Ζαμπέλα και μοίρασε τη δράση πότε αριστερά και πότε δεξιά. Κι επένδυσε στην επίγνωση ότι ακολουθώντας κανείς την πλοκή, κατά κάποιον τρόπο κατακλύζεται από ένα αίσθημα κινδύνου πτώσης από κάποιο επικίνδυνο παιδικό παιχνίδι.
Το έργο είναι ένα κάπως πεζό ρομάντσο, χωρίς τριαντάφυλλα και γλυκόλογα. Το διαπνέει μια παλαιάς κοπής αρχοντιά, μια διορατικότητα, ένας ρομαντισμός, μια συμπόνια που χαρακτηρίζει τους συγγραφείς της εποχής. Ορθώς ο σκηνοθέτης, αφήνοντας «χαραμάδες» μόνο τη μουσική που εκτελείται ζωντανά και μια διαδραστική επαφή με το κοινό, επιχείρησε να το «κυνικοποιήσει» πριν το σερβίρει με φινέτσα στο κοινό του σήμερα, ελαχιστοποιώντας τον κίνδυνο να μας πνίξει στις αράχνες. Με στιλ ξεπέρασε και την έμφυτη φλυαρία του πρωτότυπου, πετυχαίνοντας διάνα στη διανομή με… τον εαυτό του και την Κρίστη Παπαδοπούλου.
Εμφανισιακά, ηλικιακά και κυρίως ερμηνευτικά οι δυο τους ενσαρκώνουν ιδανικά δύο ανθρώπους με ετερώνυμα φορτία που έλκονται από την ανάγκη ν’ ανοίξουν μια παρένθεση στη μοναξιά τους. Εκείνος ένας συντηρητικός δικηγόρος, κυνηγημένος από τον εαυτό του, εκείνη μια καλοκάγαθη και αντικομφορμίστρια δασκάλα χορού. Γρήγορα αρπάζονται ο ένας από τον άλλο, με τον καθένα να δοκιμάζει την ελαστικότητα των ορίων του άλλου για να παλαντζάρει τη σχέση, να της ρίξει «βενζίνη» κι όσο πάει. Φυσικά, η εγωκεντρική φύση των ανθρώπων στο τέλος επικρατεί και αποδίδει σε κάθε σχέση τα του Καίσαρος τω Καίσαρι.
Μπρος στα μάτια μας παρακολουθούμε την ερωτική ιστορία να μεστώνει και να εξελίσσεται με αμείωτη ένταση και πάθος, βλέπουμε ανάγλυφα τις έντονες και απρόβλεπτες συναισθηματικές μεταπτώσεις των ηρώων. Αν και φαινομενικά, λοιπόν, οι συντελεστές μοιάζουν να εξορύσσουν σε στέρφο έδαφος, κατάφεραν να μας γεμίσουν με διαμάντια.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου