«Της οικείας ημών εμπιπραμένης» του Κώστα Μαννούρη.
Θεωρώ τον Κώστα Μαννούρη κεφάλαιο για το κυπριακό θέατρο κι είμαστε μάλλον τυχεροί που παραμελεί το αντικείμενο των σπουδών του, τη βιολογία και τη φιλοσοφία της επιστήμης, προκειμένου να ικανοποιήσει τη… βιολογική του ανάγκη για λογοτεχνική δημιουργία. Η γραφή του έχει τα χαρακτηριστικά του λογοτέχνη- Ρομπέν των Δασών: σπλαχνικός προστάτης και συνοδοιπόρος των «υπαρξιακά αδικημένων» και ταυτόχρονα σαρκαστικός εχθρός της σκληρόκαρδης πραγματικότητας.
Μάς συστήθηκε εκκωφαντικά με τον μονόλογο «Απόψε θα πετάξω την τέφρα σου» στον ΘΟΚ, που τιμήθηκε με το Βραβείο Θεατρικής Συγγραφής, αλλά η επιτυχία του αποτέλεσε και ορόσημο μιας διαφαινόμενης νέας εποχής στην κυπριακή θεατρική γραφή. (Όσο το σκέφτομαι, τόσο περισσότερο θυμώνω με τον ΘΟΚ που ελαφρά τη καρδία παράτησε το πρόγραμμα PLAY μιλώντας για «το κλείσιμο ενός κύκλου» επειδή τα τσούγκρισε με το ΚΚΔΙΘ. Αν πρέπει να κλείσει ένας κύκλος, επιτέλους, είναι αυτός της επιπολαιότητας και των σπασμωδικών κινήσεων). Αναμέναμε λοιπόν με ενδιαφέρον τη συνέχεια όπου πλέον ο συγγραφέας δεν είχε το πλεονέκτημα της έκπληξης για να διαπιστώσουμε ότι η ποιότητα της γραφής και πάλι «φώναζε». Ο Μαννούρης επιβεβαίωσε με άνεση τη σπουδαία λογοτεχνική του φλέβα, το σπάνιο ταλέντο του να εξιστορεί απολογιστικές «τραγωδίες προνομιούχων ανθρώπων».
Είμαι σίγουρος ότι η φροντισμένη παραγωγή στην οποία ο Σώτος Σταυράκης κι η καλλιτεχνική του ομάδα έχουν καταθέσει αίμα και πνεύμα θα συνεχίσει να παρουσιάζεται με γεμάτα τα καθίσματα επιβεβαιώνοντας ότι και το κοινό έχει αρχίσει να ξεπερνά την επιφυλακτικότητά του απέναντι στο κυπριακό έργο.
Άραγε όμως ο Μαννούρης θα εφησυχάσει από τη διαφαινόμενη επιτυχία ή αυτό το «σφίξιμο» που διαπίστωσε κι ίδιος στις αντιδράσεις του κοινού, σε σχέση λ.χ. με την παραγωγή του ΘΟΚ, θα τον προβληματίσει; Ομολογώ ότι κι εγώ εξήλθα από τον Πολυχώρο Κατ’ Οίκον ολίγον σφιγμένος και με ανάμεικτα συναισθήματα. Ο ίδιος μπορεί να λέει ότι πετάει την «Τέφρα» από πάνω του, ωστόσο η σύγκριση, όσο κι αν είναι άδικη, είναι αναπόφευκτη.
Ο συγγραφέας εμπνεύστηκε το έργο από αισώπειο μύθο που φέρεται να χρησιμοποίησε κι ο Θουκυδίδης για να συνοψίσει την αδυναμία μιας Πολιτείας να αντιληφθεί τα πραγματικά διακυβεύματα: «των οικιών ημών εμπιπραμένων, ημείς άδομεν». Όπως λέμε: εδώ το σπίτι καίγεται κι εμείς τραγουδάμε. Δεν είμαι σίγουρος αν κατάφερε να αποτυπώσει το ζουμί της ιδέας όπως την πρωτοσυνέλαβε, έχω όμως μια αίσθηση ότι ξέφυγε ελαφρώς. Αρνητικά λειτούργησε η αοριστία στο χρόνο και το χώρο όπου τοποθετούσε την ιστορία του και τη γλώσσα των ηρωίδων του. Επίσης, δεν έμεινα απόλυτα ικανοποιημένος από τους διαλόγους του, που υστερούσαν σε σχέση με τους μονολόγους των τριών πρωταγωνιστριών. Με ξένισαν στην αρχή κι οι υπερβολικές εξηγήσεις «γνωριμίας» που έμοιαζαν περιττές μεταξύ οικείων προσώπων. Ωστόσο, η μεγάλη ανατροπή στο τέλος εν μέρει τις δικαιολόγησε. Από την άλλη, όμως, αυτό το καθοριστικό twist περισσότερο περιπλέκει παρά ευνοεί την αφήγηση, ενώ κατά κάποιο τρόπο «παίρνεις πίσω» και το γέλιο που είχες ρίξει πριν, μιας και τα νέα δραματικά δεδομένα «ακυρώνουν» πολλά από τα αστεία.
Ο Σώτος Σταυράκης έκανε καλή δουλειά. Βυθίστηκε στο σύμπαν του Μαννούρη και το «οικειοποιήθηκε» σκηνοθετικά. Φέρει βαριά την υπογραφή του, καθώς ένα νωπό και άπαιχτο έργο πρέπει να δουλευτεί σκηνικά για να ολοκληρωθεί. Προσπάθησε να καλύψει τις αδυναμίες του κειμένου, ν’ αποτινάξει κάποια ψήγματα εξευγενισμένης ηθογραφίας. Ωστόσο, υποχρεώθηκε να προσαρμόσει το έργο στις δυνατότητες του άνισου καστ, το οποίο παρουσίασε ποικίλες αδυναμίες: ηλικιακές, κινησιολογικές και υποκριτικές. Γι’ αυτό δεν κατάφερε να καλύψει και τα μικρά αλλά ορατά κενά που υπήρχαν στην ψυχογράφηση των ηρωίδων.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου