Κυριακή 28 Φεβρουαρίου 2016

Σαν να βλέπεις έναν πίνακα

Αθέατη όψη» της Alpha Square.

Πώς καταλαβαίνεις ότι έχεις πραγματικά απολαύσει μια παράσταση; Όταν τελειώνει, το χειροκρότημα σβήνει, ανάβουν τα φώτα κι εσύ αισθάνεσαι την ανάγκη να μιλήσεις με τον διπλανό σου, τη σύντροφό σου, τους φίλους σου ή έναν περαστικό στο δρόμο για τα ζητήματα που άφησε να στροβιλίζονται στο μυαλό σου. Πέρασαν έξι χρόνια κι ακόμη θυμάμαι π.χ. τα «χαστούκια» που είχα φάει παρακολουθώντας ένα άλλο έργο του Ντόναλντ Μάργκιουλις, το «Δείπνο με φίλους» στο Θέατρο Διόνυσος. Όπως και τώρα με την «Αθέατη όψη» της Alpha Square, αποτελούν χαρακτηριστικές περιπτώσεις σφιχτοδεμένων κι ελκυστικών έργων που πέφτουν σε καλά σκηνοθετικά χέρια. Τότε ήταν η Αλίκη Δανέζη, τώρα ο Βαρνάβας Κυριαζής.

Στην «Αθέατη όψη» ο συγγραφέας σκιτσάρει με κάρβουνο τις έντονες γραμμές και αφήνει ηθοποιούς και σκηνοθέτη να προσθέσουν τα χρώματα. Η εμπειρία της θέασης προσομοιάζει με την εμπειρία της παρατήρησης ενός αμφίσημου πίνακα: εξαρτάται από την ερμηνεία και τις προσλαμβάνουσες του καθενός. Δραματική πληρότητα, διεισδυτικοί διάλογοι κι ένας μαυλιστικός εσωτερικός ρυθμός συντείνουν στο ξέσπασμα μιας θύελλας ερωτημάτων σε σχέση με τον έρωτα, την τέχνη, την έμπνευση, τη φήμη, το χρήμα, τη φθορά του χρόνου και πώς όλα αυτά αλληλεπιδρούν και διασυνδέονται.

Επιλέγοντας μια ελλειπτική, μη γραμμική αφήγηση ο Μάργκιουλις ανακατεύει τις σκηνές σε σχέση με τη χρονική σειρά των γεγονότων χωρίς όμως να δυσκολεύει ιδιαίτερα τον θεατή να βρει την αλληλουχία. Τμήματα και σπαράγματα συμβαινόντων ενώνονται σταδιακά σε μια ανηφορική διαδρομή που περιλαμβάνει ένα σαφάρι περίπλοκων, καταπιεσμένων και ανομολόγητων συναισθημάτων και τη διέλευση από έναν λαβύρινθο απωθημένων και ψυχολογικών συγκρούσεων. Αυτά τα χρονολογικά ζιγκ- ζαγκ οδηγούν στο μόνο πιθανό ευτυχισμένο τέλος: την αρχή της σχέσης. 

Ο χωρισμός δεν είναι απλώς ένας μικρός θάνατος, αλλά επίσης αργόσυρτος και βασανιστικός. Τις επιπτώσεις του τις βλέπουμε ανάγλυφα στην περίπτωση της Πατρίσια. Συναισθηματικά άδεια πλέον, πόρρω απέχει από το ανέμελο και διψασμένο για ζωή κορίτσι πριν από 15 χρόνια. Από την άλλη, στοιχειωμένος από μια αίσθηση κενότητας, ανασφάλειας και αποπροσανατολισμού, ο Τζόναθαν παίρνει τη γενναία απόφαση να αναμετρηθεί με τη χαμένη του μούσα, την οποία τόσο βάναυσα πλήγωσε.

Άντρη Κυριαζή και Ανδρέας Αραούζος κατόρθωσαν να φωτίσουν σε κάθε διαφορετική χρονολογικά σκηνή τη διαμόρφωση του χαρακτήρα τους με το πέρας του χρόνου και το βάρος των εμπειριών της ζωής. Η πρώτη ανέδειξε εύστοχα πόσο έχει σημαδέψει τη ζωή της Πατρίσια η ερωτική απογοήτευση κι ο δεύτερος το τίμημα που πλήρωσε ο Τζόναθαν στην προσπάθεια να διαχειριστεί την εβραϊκή του ταυτότητα και τις πιέσεις του οικογενειακού περιβάλλοντος, μαζί με τις τύψεις για τις επιπτώσεις των αποφάσεών του. 

Ανάλογο πόνο μ’ αυτόν που της προξένησε ο Τζόναθαν προκαλεί η Πατρίσια στον σύζυγό της τον Νικ, η αρχική συστολή και βραχυλογία του οποίου ξεσπάει σ’ έναν χείμαρρο οργής ενάντια στον αντίζηλο και τον κόσμο του και σε μια αποφασιστικότητα να ξεφορτωθεί τον πρώιμο πίνακα, κόβοντας οριστικά τα δεσμά που τη δένουν με τον πρώην της αλλά και με τους νεανικούς της πόθους και βεβαιότητες. Μια φινετσάτη ερμηνεία από τον Φώτη Αποστολίδη. Δεν υστέρησε ούτε η Χριστίνα Μαρούχου στο ρόλο της Γερμανίδας δημοσιογράφου που αμφισβητεί τα κίνητρα του Τζόναθαν για την τέχνη του και την προώθηση του εαυτού του. 

Μουσική, όπως και σκηνικός, ενδυματολογικός και φωτιστικός σχεδιασμός υπηρετούν ενισχυτικά την εμπνευσμένη σκηνοθεσία.

Ο πρωτότυπος τίτλος «Sight Unseen» αναφέρεται στην προθυμία των συλλεκτών που αγοράζουν τα έργα του σουπερστάρ καλλιτέχνη- πρωταγωνιστή Τζόναθαν Γουάξμαν: με κλειστά τα μάτια. Το ίδιο ανεπιφύλακτα συστήνεται στο θεατρόφιλο κοινό.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου