Κυριακή 14 Φεβρουαρίου 2016

Ο Σόλνες του Φάινς

Ο Ρέιφ Φάινς (Χάλβαρντ Σόλνες) και η Σάρα Σνουκ (Χίλντε Βάνγκελ) στο «The Master Builder» του Ίψεν στο Old Vic.

Έχει ένα σπουδαίο βιογραφικό και απολαμβάνει τις ευλογίες του προκατόχου του, Κέβιν Σπέισι. Ωστόσο, αυτό δεν σημαίνει ότι ο νέος καλλιτεχνικός διευθυντής του Old Vic, Μάθιου Γουόρτσας, έχει την πολυτέλεια να παίρνει μεγάλα ρίσκα. Ειδικότερα στις παραγωγές που σκηνοθετεί ο ίδιος. Ρεπερτοριακά, η επιλογή ενός διαχρονικού αριστουργήματος του Ίψεν, όπως ο «Αρχιμάστορας Σόλνες», με τον σπουδαίο και αναγνωρίσιμο Ρέιφ Φάινς στον πρωταγωνιστικό ρόλο, δείχνει να κινείται στις στιβαρές ράγες που έθεσε ο καθόλα επιτυχημένος Αμερικανός προκάτοχός του, ο οποίος τιμήθηκε μέχρι και με Βραβείο Ολίβιε για την προσφορά του στην ανανεωτική πορεία του ιστορικού θεάτρου του κεντρικού Λονδίνου.

Η σημαντική λεπτομέρεια που ίσως και να δίνει ακούσια το στίγμα της μετά- Σπέισι εποχής είναι η συνεργασία στη διασκευή αυτού του όψιμου έργου του τιτάνα Νορβηγού δραματουργού με τον σημαντικό θεατρικό συγγραφέα και σεναριογράφο Ντέιβιντ Χέαρ (στην Κύπρο τον θυμόμαστε από το έργο του «Γεθσημανή» που ανέβασε πριν τρία χρόνια ο ΘΟΚ). Να πω την αλήθεια, μια μικρή, ενστικτώδη ανησυχία μου την προκαλούσε η λέξη «διασκευή» όταν την περασμένη εβδομάδα κατευθυνόμουν προς τη συμβολή των οδών Τhe Cut και Waterloo. Ίσως γιατί υποσυνείδητα ανακαλούσα τον αφαιρετικό, νεωτεριστικό τυφώνα που έπληξε προ διετίας τον ΘΟΚ στην παραγωγή με το έργο του Ίψεν «Ένας εχθρός του λαού».

Τα κλασικά έργα δεν είναι τοτέμ κι άλλωστε επιδέχονται πολλαπλές και σύνθετες ερμηνείες. Το ίδιο ισχύει ακόμη και για το αρχαίο δράμα. Πάρ’ το, κύριε, το κείμενο κι άλλαξέ του τα φώτα αν θέλεις. Αρκεί να τηρείς τρεις βασικές προϋποθέσεις: να έχεις κάτι να πεις, να μπορείς να το τεκμηριώσεις σκηνικά και να αντιμετωπίζεις με σεβασμό τον συγγραφέα και το πνεύμα του.

Θεωρώ, λοιπόν, ότι ο Χέαρ τις τηρεί με θρησκευτική ευλάβεια. Άλλωστε, η δική του παρέμβαση γίνεται με ακρίβεια και λεπτότητα χειρουργικού λέιζερ. Δεν κάνει προσαρμογή, ούτε μεταφορά. Διατηρεί έστω και χλιαρά την εποχή και τη χώρα, προσδίδει μια ελαφριά γλυκοπικράδα, «λειαίνει» και εκσυγχρονίζει το έργο χωρίς να το υπονομεύει και αναδεικνύει το χαρακτηριστικό ιψενικό τρίγωνο ακονίζοντας περαιτέρω τις αιχμηρές του πλευρές.

Σε συνεργασία, εννοείται, με τον σκηνοθέτη κεντά σταυροβελονιά το έργο στα μέτρα του Φάινς. Ο βραβευμένος Άγγλος ηθοποιός και σταρ του Χόλιγουντ φτάνει σε μια αμίμητη επίδοση. Είναι για σεμινάριο υποκριτικής ο τρόπος με τον οποίο υποδύεται τον μετασχηματισμό του ήρωα, το «ξεκλείδωμα» του σκληρού, ενοχικού και νεοφοβικού Σόλνες από το ερωτικό κίνητρο που προσφέρει η άφιξη της νεαρής Χίλντε. Ο Φάινς μελέτησε βαθιά το ρόλο του αυτοδίδακτου και αυτοδημιούργητου αρχιμάστορα και στο πλαίσιο της έρευνάς του επισκέφθηκε κτήρια στη Σκανδιναβία αλλά και το διαμέρισμα του Ίψεν στο Όσλο. Με την έξοχη ερμηνεία του παραδίδει έναν ήρωα που είναι ταυτόχρονα τραγική φιγούρα βγαλμένη από το αρχαίο ελληνικό δράμα, αλλά κι ένα γήινο, κενόδοξο ανθρωπάκι της διπλανής πόρτας.

Εντούτοις, όπως οι πλείστοι ιψενικοί ήρωες, τα πρόσωπα του έργου δεν εγκλωβίζονται σε στερεότυπα, αλλά σκηνή με σκηνή εξελίσσονται, ωριμάζουν, μεταλλάσσονται, χωρίς όμως να καταφέρουν να αποδράσουν από τα πνιγηρά αδιέξοδα του σύγχρονου κόσμου.

Το έργο έχει έντονες αυτοβιογραφικές, ή καλύτερα αυτοσαρκαστικές αναφορές κι ο Γουόρτσας βλέπει τον Ίψεν πίσω από σχεδόν όλους τους χαρακτήρες, ειδικότερα (εμφανισιακά) στη μορφή του γηραλέου Κνουτ Μπρόβικ, στις καταλυτικές παρεμβάσεις του γιατρού Χέρνταλ και φυσικά στον ίδιο τον Σόλνες.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου