Πήγα
να παρακολουθήσω το «Πορτρέτο του Ντόριαν Γκρέι» κρατώντας τεράστιο καλάθι. Την
καλή διαίσθηση ενίσχυε το κλασικό έργο του Όσκαρ Ουάιλντ, αυτό το άτυπο
μανιφέστο του μοντερνισμού. Κι επίσης, η γνώση ότι ο σκηνοθέτης είναι έμπειρος
και τα μέλη της «ψημένης» υποκριτικής ομάδας βρίσκονται στη σκηνή και με
κλειστά τα μάτια.
Θυμήθηκα
επίσης ότι η παράσταση αυτή ήταν σχεδόν έτοιμη να ανέβει πριν από ένα χρόνο,
αλλά αναβλήθηκε για λόγους ανωτέρας βίας και συνεπώς ο Αντρέας Χριστοδουλίδης
είχε την ευκαιρία να τη δουλέψει ξανά και υπό διαφορετικό πρίσμα.
Ο
αριθμός των κερασιών που μέτρησα στο τέλος ήταν μικρότερος απ’ ό,τι περίμενα.
Δεν είμαι σίγουρος ότι η αιτία είναι η αλλαγή του πρωταγωνιστή, διότι εκ των
πραγμάτων ο Χριστοδουλίδης δεν θα μπορούσε να «φορέσει» ως είχε την περσινή
δουλειά στον Γιώργο Τζώρτζη.
Πάντοτε
πίστευα ότι αδιαφιλονίκητος πρωταγωνιστής στο έργο, το ηχείο του αιρετικού και
ενοχλητικά κυνικού πνεύματος του Ουάιλντ που διαχέει όλες τις μοντερνιστικές
ιδέες της εποχής, δεν είναι ο Ντόριαν, αλλά ο λόρδος Χένρι. Δεν νομίζω να
υπάρχει άλλο μυθιστόρημα στην παγκόσμια λογοτεχνία που να περιλαμβάνει τόσα
αποφθέγματα όσα το «Πορτρέτο», διά στόματος Χένρι. Η παράθεσή τους όμως επί
σκηνής με τρόπο που να μη μοιάζει με απλό αράδιασμα από εξυπνάδες αποτελεί το
υπέρτατο στοίχημα.
Είχα
επενδύσει τα κεράσια μου στον Μεστάνα, περιμένοντας να κεντήσει πάνω σ’ έναν
αβανταδόρικο ρόλο για τα δικά του μέτρα, για να διαπιστώσω ότι το κέντρο βάρους
της παράστασης, στο δικό μου το μυαλό, γέρνει ασταθώς προς το υπαρξιακό
αδιέξοδο του κεντρικού ήρωα.


Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου