Κάθε φορά που ακούς το ανυπέρβλητο
«Χαμόγελο της Τζοκόντας» είναι η πρώτη. Σε εκπλήσσει με μια μυστηριώδη
οικειότητα και με μια εξωτική προσιτότητα, σε δελεάζει να εμβαθύνεις, να το
ανακαλύψεις από την αρχή. Δεν υπάρχει άλλο έργο που να τραμπαλίζεται τόσο
ιδανικά και ηδονικά ανάμεσα στην ελληνική λαϊκή μουσική και τη δυτικότροπη
μουσική τεχνοτροπία.
Από την άλλη, ο χρόνος νερουλώνει, γίνεται πιο πλαδαρός
όταν ακούς τραγούδια σαν αυτά που περιέλαβε ο Μάνος Χατζιδάκις στη «Ρωμαϊκή
Αγορά». Η μουσική μοιάζει να ρέει και να παίζει με μια παιδική αυθάδεια με τα
πιο μύχια συναισθήματα.
Η Συμφωνική Ορχήστρα δεν
θα μπορούσε να τιμήσει καλύτερα τον αθάνατο μουσουργό –που φέτος συμπληρώνει 20
χρόνια φυσικής απουσίας- από μια συναυλία που να περιλαμβάνει τα δύο απαιτητικά
αυτά έργα. Ο Άλκης Μπαλτάς επέκτεινε υποχρεωτικά την ορχήστρα με έκτακτους
μουσικούς που θα έπαιζαν π.χ. κιθάρα και μαντολίνο, ενώ έλυσε εκ των έσω το
«πρόβλημα» του σαξοφώνου –όχι με απόλυτη επιτυχία.
Το πρώτο μέρος, του
ορχηστρικού «Χαμόγελου» είχε ένα ανεπαίσθητο πρόβλημα στο ρυθμό, ειδικά στα δύο
πρώτα τμήματα, ενώ πρέπει κάποτε το φιλόμουσο και το «φιλόμουσο» ακροατήριο της
Κύπρου να εκπαιδευτεί ώστε να αναγνωρίζει πότε αξίζει πραγματικά να διακόψεις
τη ροή ενός ενιαίου στη φύση του έργου για ένα «ξεμουδιαστικό» χειροκρότημα.
Το
δεύτερο μέρος κύλησε καλύτερα, καθώς τουλάχιστον εκεί δικαιολογείτο το
χειροκρότημα του κοινού ανάμεσα στα τραγούδια, όπως και το αναμενόμενο encore στο
τέλος που έφερε το σολίστα Βασίλη Γισδάκη τρεις φορές πίσω για να τον αποθεώσει
και… να τον «ψήσει» να πει ένα τραγούδι ακόμη.


Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου