Κυριακή 27 Ιανουαρίου 2013

Ο Μπέργκμαν θα ζήλευε


«Amour» του Μίκαελ Χάνεκε.

Πριν από αρκετά χρόνια αναζητούσα ένα φίλο μου σ’ ένα κατάμεστο μπαρ. Κινούμουν στο ημίφως σπρώχνοντας τον κόσμο, μέχρι που είδα από την αντίθετη κατεύθυνση να πλησιάζει προς το μέρος μου ένας θρασύτατος τύπος, που κάτι μου θύμιζε. Θρασύτατος, γιατί δεν φαινόταν να έχει διάθεση να παραμερίσει για να περάσει η βιαστική αφεντιά μου. Φτάσαμε σχεδόν μύτη με μύτη μέχρι να συνειδητοποιήσω ότι επρόκειτο… για τον καθρέφτη του καταστήματος. 


Θυμήθηκα το συναίσθημα εκείνης της συνειδητοποίησης στη δεύτερη σκηνή του «Amour» του Μίκαελ Χάνεκε, όταν η κατάμεστη πλατεία του Σινέ Στούντιο παρακολουθούσε στην οθόνη, φάτσα κάρτα, τον κόσμο στην κατάμεστη πλατεία μιας αίθουσας μουσικής, να παρακολουθεί ένα ρεσιτάλ. Ο πανούργος Αυστριακός κράτησε την κάμερα ακίνητη αρκετά ώστε να προκαλέσει αμηχανία στο θεατή, σαν να μετέτρεπε την οθόνη σ’ ένα τεράστιο καθρέπτη. 

Αποκλείεται να υπάρχει έστω κι ένας θεατής που να μην πρόβαλε τον εαυτό του στο μέλλον, στο πρόσωπο των δύο γηραιών πρωταγωνιστών, παρακολουθώντας τον Χάνεκε να ξεδιπλώνει μια αριστοτεχνική πραγματεία περί φθοράς, μνήμης και θανάτου, που ωστόσο υμνεί τη ζωή και τον έρωτα. Παρέδωσε έτσι ένα διαχρονικό αριστούργημα κι αν ζούσε ο Μπέργκμαν θα είχε σκάσει από τη ζήλεια του. 

Είναι η τελική αναμέτρηση της αληθινής αγάπης με τον τρόμο απέναντι στην ανημπόρια και την αυτολύπηση. Μια αγάπη μπροστά στην οποία αυτή του Ρωμαίου και της Ιουλιέττας ωχριά –αυτοί άλλωστε αυτοκτόνησαν νωρίς και απέφυγαν την υπέρτατη δοκιμασία. 

Το Όσκαρ φαντάζει άσημη γκουμούτσα μπροστά στο απόλυτο υποκριτικό μεγαλείο του Ζαν- Λουί Τρεντινιάν και της Εμμανουέλ Ριβά κι ευτυχώς που η Ακαδημία δεν είχε τα μούτρα να περιλάβει τουλάχιστον τον πρώτο στους υποψηφίους. 


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου