Το φαινόμενο Τζον Κέιτζ, οι «Ευρώπερες» και η τέχνη της αποδόμησης.
Φέτος συμπληρώνονται 100 χρόνια από τη γέννησή του Τζον Μίλτον Κέιτζ
Τζούνιορ και είκοσι από το θάνατό του. Η Τριενάλε του Ρουρ, που από φέτος κάνει
νέα αρχή υπό την καλλιτεχνική διεύθυνση του Χάινερ Γκέμπελς, δεν θα μπορούσε να
τιμήσει καλύτερα αυτές τις επετείους από το να παρουσιάσει μια σύγχρονη εκδοχή-αναβίωση
ενός από τα πιο επαναστατικά έργα της σύγχρονης εποχής. Το 1987, οι τιμητές του
Κέιτζ, Χάιντς- Κλάους Μέτζγκερ και Ράινερ Ριμ, τον προσκάλεσαν να γράψει μια
όπερα που θα αποτελούσε μια «αμετάκλητη άρνηση της ίδιας της όπερας» για
λογαριασμό της Όπερας της Φρανκφούρτης. Κάπως έτσι γεννήθηκαν οι περίφημες
«Ευρώπερες» και συγκεκριμένα οι πρώτες δύο (μέχρι το 1991 γράφτηκαν ακόμη
τρεις).
Η μεγάλης κλίμακας ιστορική παραγωγή άνοιξε την αυλαία της φετινής Τριενάλε στις 17 Αυγούστου 2012 και παρουσιάστηκε μέχρι και τις 2 Σεπτεμβρίου σε σολντ άουτ παραστάσεις που φιλοξενήθηκαν στην επιβλητική Γιαρχουντερτχάλε του Μπόχουμ. Η «βιομηχανική αύρα» της αίθουσας και η ανανεωμένη μεταφορά του οράματος του Κέιτζ από τον ίδιο τον Χάινερ Γκέμπελς συνέβαλαν στην παραγωγή μιας από τις σημαντικότερες καλλιτεχνικές προτάσεις της χρονιάς σε ολόκληρο τον κόσμο. Παράλληλα, αποτελεί την παράσταση που δίνει το ίδιο το στίγμα της διοργάνωσης για την τριετία που θα καθοδηγείται υπό τον Γκέμπελς (2012- 14), που βασίζεται σε μια προσπάθεια να μεταφερθεί μια πιο καθολική αίσθηση σχετικά με τι αποτελεί σήμερα «μουσική» και «θέατρο».
Ο ίδιος ο πρωτοπόρος συνθέτης αντιμετώπισε τις «Ευρώπερες» ως έναν τρόπο
να… επιστρέψει στους Ευρωπαίους τις όπερες με τις οποίες «βομβάρδιζαν» τις ΗΠΑ
για σχεδόν δύο αιώνες. Το μουσικό υλικό αποτελείται από αποσπάσματα όπερων του
18ου και 19ου αιώνα, μέχρι τις αρχές του 20ού. Ο ίδιος δεν έγραψε μουσική, απλά
τη βρήκε έτοιμη. Η παράσταση περιγράφεται ως «μουσικό θέατρο με 128 όπερες και
32 σκηνικά», ουσιαστικά όμως πρόκειται για ακόμη περισσότερα.


Ένα «φωτοτοπίο και ηχοτοπίο ως μουσικό μανιφέστο», βασισμένο σ’ ένα
μάλλον παράφωνο μείγμα σημαντικών λυρικών τραγουδιστών που ερμηνεύουν «κολοβές»
άριες εκτός τονικότητας και λογικής σειράς, ερμηνευτικά «ακρωτηριασμένοι» από τα
ίδια τους τα σώματα. Το υλικό εμπλουτίζεται από μεμονωμένα μέρη της ορχηστρικής
υπόκρουσης ερμηνευμένα από οργανοπαίχτες, απομονωμένους και τοποθετημένους
διάσπαρτα στον χώρο. Σε πλήρη αντιδιαστολή με την κλασική όπερα, όπου η
ενσωμάτωση των τεχνών αποτελεί πρωταρχική προϋπόθεση, ο Κέιτζ θέτει το μουσικό,
το λογοτεχνικό και το οπτικό μέρος να αναπτύσσονται ανεξάρτητα–αλλά
συνυπάρχοντας το ένα με το άλλο. Υποτάσσονται όλα σε έναν και μοναδικό παράγοντα:
την τύχη.
Περίπου όπως οι σουρεαλιστές χρησιμοποίησαν τον τυχαίο συνδυασμό
ετερόκλητων στοιχείων για να δημιουργήσουν ανύποπτες απηχήσεις μεταξύ άσχετων
αντικειμένων, ο Κ. βρήκε έναν ιδιοφυή τρόπο να μεταφέρει την αντίληψή του ότι η
μουσική είναι κάτι που μπορεί να βρεθεί παντού, ότι είναι μια τέχνη πρόσληψης
ήχων κι όχι σύνθεσης ή εκτέλεσης μουσικών έργων. Και τη μετέφερε πάντα με τρόπο
που σόκαρε το κοινό.
Οι «Ευρώπερες», που αναβίωσαν φέτος στην κοιλάδα του Ρουρ, αποτελούν ένα
αντιπροσωπευτικό έργο των επιδραστικών ιδεών ενός προοδευτικού συνθέτη,
θεωρητικού της μουσικής και εικαστικού, για τον οποίο ακόμη κι η σιωπή δεν
είναι παρά μία κατασκευασμένη, ηθελημένη απουσία ήχων. Οι ιδέες αυτές επηρέασαν
ολόκληρη την Ιστορία της μουσικής.
Η αναβίωση
ενός μουσικοσκηνικού υπερθεάματος
Η παράσταση «Ευρώπερες 1 & 2» του 1987 στη Φρανκφούρτη θα μπορούσε
να συγκαταλεχθεί στη λίστα με τις 100 παραστάσεις που πρέπει να δει κανείς πριν
πεθάνει, αν μια τέτοια λίστα δεν ήταν αδόκιμη δεδομένου του εφήμερου χαρακτήρα των
παραστατικών τεχνών. Όπως παρατηρούσε κι ο Βάλτερ Μπένγιαμιν, οι τέχνες δεν μπορούν
να ξεφύγουν από τις επιδράσεις της επιστήμης και της τεχνολογίας κι έχουν χρέος
να εκμεταλλευτούν τις αλλαγές των αισθητικών προτύπων της εκάστοτε εποχής. Έτσι,
25 χρόνια αργότερα το όραμα του Τζον Κέιτζ παρουσιάστηκε από τον Χάινερ Γκέμπελς,
υπό το φως των αλλαγών της 25ετίας. Εκτός από τις τεχνολογικές αλλαγές, σημαντική
είναι η προσθήκη έργων που ο Κέιτζ δεν μπορούσε να χρησιμοποιήσει το 1987, εξαιτίας
της μη παρέλευσης της 70χρονης περιόδου προστασίας των πνευματικών δικαιωμάτων
(public domain). Προστέθηκαν έτσι αποσπάσματα από όπερες που γράφτηκαν μεταξύ
1917- 1942, όπως π.χ. του Άλμπαν Μπεργκ, αντικαθιστώντας κάποιες παλαιότερες.
Για την παραγωγή,
που μπορεί κανείς να τη δει και ως μια καλή εισαγωγή, ένα είδος «flipbook» για την
ευρωπαϊκή όπερα, συνεργάστηκαν περισσότεροι από 80 συντελεστές. Το κοινό έχει την
ευχέρεια να επιλέξει πού θα εστιάσει, μεταξύ ενός ηθοποιού, ενός φωτισμού, μιας
εικόνας. Υπάρχει μια πολυφωνία θεατρικών στοιχείων, αλλά και ανθρώπων που διαδραματίζουν
ισότιμο ρόλο. Το έργο αποτελεί επίσης κι έναν διάλογο μεταξύ συμβάσεων.
Ο Γκέμπελς παρουσίασε
τις δύο αυτόνομες «Ευρώπερες», με εντελώς διαφορετική οπτική μεταξύ τους, όπως προέβλεπε
κι ο Κέιτζ. Η πρώτη στήθηκε σ’ ένα σκηνικό χώρο με βάθος 90 μέτρα (!!), με το οπτικό
μέρος να υπερισχύει του ηχητικού, αντιστρέφοντάς το αυτό στο δεύτερο, συντομότερο
μέρος. Η θεματική της πρώτης όπερας μπορεί να εκληφθεί ως ένα making of, με το δεύτερο
μέρος να ορίζεται ως μουσικό, εστιάζοντας στη μουσική δομή ανάμεσα σε όλες τις διαφορετικές
φωνές και άριες.
Εκτός από τους λυρικούς
τραγουδιστές και τους διάσπαρτους στον χώρο οργανοπαίχτες, σημαντικό ρόλο παίζουν
και οι τεχνικοί-περφόρμερ που «ακροβατούν» πάνω στις έξι μεταλλικές μετακινούμενες γέφυρες,
ενώ ανάγλυφη είναι και η συμβολή των φωτιστών, των σκηνογράφων, των ηχοληπτών, ακόμη
και των μακιγιέρ. Το πιο σύγχρονο άγγιγμα στη νέα πρόταση, ωστόσο, αφορά τους φωτισμούς.
Ακόμη ένα υλικό
που επιστρατεύει ο Κέιτζ είναι το κείμενο. Παρά το γεγονός ότι δεν υπάρχει καμία
απολύτως δραματική ανάπτυξη, ετοίμασε 12 λιμπρέτα για τις «Ευρώπερες 1 &
2». Συνδύασε τυχαία αποσπάσματα υφιστάμενων λιμπρέτων σ’ ένα νέο σύνολο. Για τον ίδιο, το
κείμενο ή η πλοκή δεν είναι πλέον ένα δομικό στοιχείο, αλλά ένα επιπλέον υλικό,
όπως άλλωστε είναι και η μουσική, η ηθοποιία και τα σκηνικά.


Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου