Τετάρτη 4 Απριλίου 2012

Πονάει, αλλά αφυπνίζει

Στην κορυφαία μέχρι σήμερα ταινία του «Σκιές και Πρόσωπα», ο Κύπριος σκηνοθέτης Ντερβίς Ζαΐμ αποτολμά να αγγίξει πάνω στις πληγές της Κύπρου. Όχι με σκοπό να τις ξύσει, αλλά με την προσδοκία να τις απαλύνει.


Στην ωριμότερή του ταινία, ο σπουδαίος Τουρκοκύπριος σκηνοθέτης επέλεξε το ταραχώδες πεδίο των διακοινοτικών συγκρούσεων του 1963-64, κατά τη διάρκεια των οποίων είδε για πρώτη φορά κι ο ίδιος το φως του ήλιου, σ’ ένα καταφύγιο. Καταπιάνεται με ένα λεπτό θέµα, το οποίο κανείς σκηνοθέτης μέχρι σήμερα δεν τόλμησε να ακουμπήσει, για να φέρει εις πέρας ένα ρεαλιστικό πολιτικό δράμα, θεμελιωμένο σ’ ένα στέρεο σενάριο που έγραψε ο ίδιος, πυκνό σε σκέψη και συναισθήματα.


Σχεδόν 1,5 χρόνο μετά την επίσημη πρεμιέρα της, διοργανώνεται προβολή και για τους Ελληνοκύπριους, προσφέροντάς τους την ευκαιρία να δουν την «οπτική του άλλου», αλλά και για έναν διάλογο πάνω σε γεγονότα που έχουν αφήσει αιμάσσουσες πληγές και σε ακανθώδη ζητήματα που αφορούν τη σύγχρονη Ιστορία της Κύπρου και του κόσμου.

Η ταινία έχει ήδη προβληθεί σε διεθνή φεστιβάλ σε Ευρώπη και ΗΠΑ, ενώ έχει προβληθεί τόσο στην Τουρκία, όσο και στην κατεχόμενη Κύπρο. Τον Μάρτιο του 2011 είχε προβληθεί και στο Κέντρο Κοινοτικών Μέσων Επικοινωνίας (CCMC), στο Λήδρα Πάλας, για τους δημοσιογράφους των ελληνόφωνων ΜΜΕ.

Ο Ζαΐμ γεννήθηκε μέσα στη δίνη των συγκρούσεων και μέχρι το 1968 ζούσε σε γκέτο. Βίωσε από μικρός το διχασμό και δεν είχε ποτέ έναν Ελληνοκύπριο φίλο κατά την παιδική του ηλικία. Η διαμάχη μεταξύ των δύο κοινοτήτων επηρέασε βαθύτατα τη ζωή του, όπως άλλωστε όλων των κατοίκων του νησιού, ενώ όπως έχει ο ίδιος δηλώσει όσα βίωσε τότε αποδείχτηκαν πολύ τραυματικά για τη μετέπειτα ζωή του.

Η υπόθεση
Η ταινία διαδραματίζεται τον Δεκέμβρη του 1963 και διαπραγματεύεται τον πόνο, αλλά και τις φιλίες που δημιουργήθηκαν εκείνη την εποχή. Η υπόθεση αφορά την 17χρονη Τουρκοκύπρια Ρουσάρ, η οποία με το ξέσπασμα των ταραχών εγκαταλείπει τρομοκρατημένη το χωριό της μαζί με τον καραγκιοζοπαίχτη πατέρα της Σαλίχ. Αργότερα, οι δυο τους χάνονται και η νεαρή βρίσκει ένα προσωρινά ασφαλές μέρος στο σπίτι του θείου της Βελί, σ’ ένα μεικτό χωριό. Χωρίς να εγκαταλείπει την προσπάθεια να βρει τον πατέρα της, ωριμάζει βιώνοντας τις σχέσεις και τις προστριβές μεταξύ Ελληνοκυπρίων και Τουρκοκυπρίων μέσα από τη καθημερινή τους συμβίωση. Ο φόβος και η προκατάληψη κυριαρχεί σταδιακά στα μέλη και των δύο κοινοτήτων οδηγώντας τους στο φανατισμό και τη βία.

Ο Βελί είναι αρχηγός της τουρκοκυπριακής κοινότητας του χωριού και γνωρίζει πως, αν ξεσπάσει σύγκρουση, η κοινότητά του, που είναι πιο μικρή, θα ηττηθεί. Έτσι, λέει στη γειτόνισσά του, την Άννα και σε άλλους χωριανούς, πως οι Τούρκοι θέλουν να αποφύγουν κάθε βίαιο γεγονός στο χωριό τους. Ανακαλύπτει, όμως, ότι ο Χρίστος, γιος της Άννας, αποθηκεύει κρυφά οπλισμό. Κρυφά, επίσης, νεαροί Τ/κ προετοιμάζονται για πιθανή επίθεση των Ε/κ. Όταν Ε/κ νεαροί ανακαλύπτουν πως Τ/κ συνομήλικοί τους εξασκούνται στα όπλα, στις δυο πλευρές απλώνεται η φωτιά της δυσπιστίας και της παράνοιας.

 «Δεν υπάρχει αντικειμενικός σκηνοθέτης»
Ο σκηνοθέτης αξιοποίησε και ενέταξε σεναριακά πραγματικές ιστορίες, που διηγήθηκαν άνθρωποι που έζησαν τα γεγονότα, διανθίζοντάς τες με έξυπνα σκηνοθετικά ευρήματα και ενδιαφέρουσες τεχνικές ιδέες, όπως το «πάγωμα», εν είδει φωτογραφοποίησης, του τέλους κάποιων σημαντικών σεκάνς και η ένταξη της «φωτογραφίας» στην επόμενη σκηνή. Με το «Σκιές και πρόσωπα», ο Ζαΐμ ολοκληρώνει μια τριλογία ταινιών που αναφέρονται σε παραδοσιακές τουρκικές τέχνες, μετά την καλλιγραφία στη «Λάσπη» (2004) και τις οθωμανικές μινιατούρες στο ιστορικό δράμα «Περιμένοντας τον Παράδεισο» (2006).

Ο σκηνοθέτης εκκινεί από τη συνύπαρξη, έστω και φορτισμένη, για να οδηγηθεί στη σύγκρουση και το διχασμό: οι ίδιοι άνθρωποι που το πρωί έπαιζαν μαζί χαρτιά στον καφενέ, το απόγευμα ανταλλάσσουν πυροβολισμούς.

«Όποιος σκηνοθέτης επικαλείται την αντικειμενικότητα, δεν είναι παρά ένας απατεώνας» είχε δηλώσει πέρσι ο ίδιος στο τέλος της προβολής στο CCMC. Η κινηματογράφηση ενός πραγματικού ιστορικού γεγονότος, δεν μπορεί να μην διακατέχεται από την υποκειμενικότητα του δημιουργού του και είναι ξεκάθαρο ότι το φιλμ παρακολουθεί τα γεγονότα από τη σκοπιά των Τουρκοκυπρίων. Η υποκειμενικότητα, ωστόσο, δεν αναιρεί τη διαύγεια και την ώριμη κριτική ματιά κι έτσι ο Ζαΐμ επιτρέπει στον θεατή να ξεφύγει από τα στενά όρια των ταυτοτήτων και να αποδώσει τις ταμπέλες εκατέρωθεν, σε μια διαδρομή που οδηγεί σε ένα και μοναδικό, πανανθρώπινο και κυνικό συμπέρασμα: στην πολιτική δεν υπάρχουν καλοί και κακοί, αλλά αντίπαλα συμφέροντα.

O Ζαΐμ προσπάθησε να το κάνει όσο πιο αντικειμενικά υποκειμενικό γίνεται, προσπαθώντας να αποτυπώσει τα γεγονότα, όσο το δυνατόν, κοντά στην αλήθεια, αδιαφορώντας για τις αντιδράσεις που θα συναντούσε κι από τις δύο πλευρές. Είναι διάχυτη η προσωπική του επιθυμία για επανένωση και η πεποίθησή του ότι δεν έχουν θαφτεί οριστικά οι προοπτικές της ειρηνικής συνύπαρξης. Περισσότερο αυτή η αίσθηση και λιγότερο η εκατέρωθεν απόδοση ευθυνών είναι που ενόχλησε την επίσημη πλευρά στην Τουρκία και οδήγησε στην επιφυλακτική στάση της τουρκικής κρατικής τηλεόρασης στην αντιμετώπιση της ταινίας.

Καυστικά έντιμος
Με καυστική εντιμότητα, ο Ζαΐμ προβαίνει σ’ ένα ξεκάθαρο πολιτικό σχόλιο: περιγράφει την πρόσληψη του φόβου, που σχεδόν αυτόματα γκετοποιεί τους ανθρώπους, κλείνοντάς τους στο καβούκι τους, με τ’ αγκάθια προτεταμένα, ρίχνοντας νερό στον μύλο της διχόνοιας και οδηγώντας με μαθηματική ακρίβεια στο φαύλο κύκλο της βίας. Αποφεύγοντας όσο γίνεται συμβιβασμούς και δικαιολογίες, αποτυπώνει το πώς ο ίδιος αντιλαμβάνεται την ηθική στάση και την πολιτική πράξη του ατόμου μέσα στις συγκεκριμένες ιστορικές συνθήκες. Στόχος του είναι παραδώσει μια ωδή στα ανθρώπινα δικαιώματα, αντιπαραβάλλοντας πρόσωπα και καταστάσεις σε αντίστοιχες συνθήκες του σήμερα.

Η γραφή του είναι άλλοτε στυγνά ρεαλιστική, άλλοτε απαλά δραματική και λυρική, χωρίς βέβαια να αποφεύγει τις γνώριμες μελοδραματικές νότες- κορυφώσεις της τουρκικής σχολής, αυτές που ενεργοποιούν αβίαστα τους δακρυγόνους αδένες.

Στο τελευταίο 20λεπτο της σχεδόν δίωρης ταινίας η πλοκή αποκτά θριλερικές διαστάσεις με μια σειρά από ανατροπές να εμφανίζονται, καθώς όλα καταρρέουν στον γκρεμό της κατά μέτωπο σύγκρουσης. Κανείς από τους συμμετέχοντας στο φιλμικό σύμπαν δεν μπορεί να μείνει αμέτοχος σε ό,τι συμβαίνει δίπλα του.

Οι αλήθειες που εκστομίζονται κατά ριπάς και με πλήρη επίγνωση, πληγώνουν και αφυπνίζουν ταυτόχρονα. Μια νότα αισιοδοξίας κι ένα σαφές μήνυμα επανένωσης προσφέρει το αναπάντεχο happy end, που προκαλεί «ηλεκτρική εκκένωση» συναισθημάτων, μετά τα όσα τραγικά προηγήθηκαν.

Για τη διαμόρφωση του κλίματος της εποχής δεν χρειάστηκε να επιστρατεύσει μιλιούνια κομπάρσων, άλλωστε επέλεξε να εστιάσει σε μια μικρή κοινότητα την οποία ανήγαγε σε μικρογραφία ολόκληρης της Κύπρου, την εποχή που διαδραματίστηκαν τα γεγονότα. Τα ακραία στοιχεία και οι υποκινητές των γεγονότων δεν αναφέρονται και δεν περιγράφονται άμεσα αλλά υπονοούνται… λάμποντας δια της απουσίας τους.

Συντελεστές και γυρίσματα
Στην ταινία «Σκιές και πρόσωπα» πρωταγωνιστούν και Ελληνοκύπριοι ηθοποιοί, οι Πόπη Αβραάµ, Παντελής Αντωνάς, Κωνσταντίνος Γαβριήλ, Θωµάς Νικοδήµου και Αντρέας Μακρής. Μάλιστα, η Πόπη Αβραάμ και ο συμπρωταγωνιστής της Οσμάν Αλκάς, ήταν υποψήφιοι για βραβείο ερμηνείας στο 47ο Διεθνές Φεστιβάλ Κινηματογράφου της Αττάλειας, τον Οκτώβριο του 2010, όταν η ταινία έκανε την παγκόσμια πρεμιέρα της και τιμήθηκε με το Βραβείο της Τουρκικής Ένωσης Κριτικών Κινηματογράφου.


Αξίζει επίσης να σημειωθεί ότι το μεγαλύτερο μέρος του post production πραγματοποιήθηκε στην Αθήνα και το μιξάζ υπογράφει ο καταξιωμένος Έλληνας ηχολήπτης Κώστας Βαρυμπομπιώτης. Τη μουσική της ταινίας υπογράφει ο Μάριος Τακούσιης. Τα γυρίσματα της ταινίας έγιναν στην Καρπασία, στην Κώµη Κεπήρ, αλλά και στην Αμμόχωστο. Στην ταινία πρωταγωνιστούν οι Οσμάν Αλκάς, Χαζάρ Έργκουτσλου, Σετάρ Τανριογέν, Μπουγρά Γκιουλσόι, Αχμέτ Καραμπιμπέρ, Ερόλ Ρεφίκογλου, Τζιχάν Ταριμάν. 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου