Η απόσταση από την Κεντρική Σκηνή «Εύης Γαβριηλίδης» μέχρι τη Νέα είναι- δεν είναι πενήντα βήματα. Έτη φωτός όμως χωρίζουν τις παραγωγές που φιλοξενούν, τη «Λωξάντρα» και το «Παλάτι του Τέλους», σε σημείο που αναρωτιέσαι αν τις προτείνει ο ίδιος οργανισμός. Από τη Νέα Σκηνή φεύγεις μ’ έναν κόμπο στο λαιμό κι άλλον έναν στο μυαλό, με μια έντονη παρόρμηση να τον λύσεις, να βρεις απαντήσεις σε πανανθρώπινα ζητήματα. Νιώθεις σαν να έχεις μόλις βγει στην επιφάνεια μετά από ελεύθερη κατάδυση στα βαθιά της ανθρώπινης ψυχοσύνθεσης, αισθάνεσαι εκείνη την κοπιώδη πνευματική τριβή, το λαχάνιασμα μιας συναρπαστικής θεατρικής εμπειρίας.
Από την Κεντρική Σκηνή δεν φεύγεις, αποδεσμεύεσαι. Κι έπειτα από 2,5 ώρες ταλαιπωρίας (δικής σου και των ηθοποιών), διακρίνεις με συγκατάβαση στο βλέμμα του διπλανού την αμηχανία της σύγχυσης. Δεν κλαις μόνο την ώρα που έχεις χάσει, αλλά και τη θετική, νοσταλγική χρυσόσκονη που έχει κατακαθίσει στη μνήμη από τη θρυλική τηλεοπτική σειρά της ΕΡΤ.
Το μέγα λάθος του ΘΟΚ είναι ότι γλυκάθηκε από τον περσινό καλλιτεχνικό κι εμπορικό θρίαμβο με το «Τρίτο Στεφάνι» και ακολούθησε την πεπατημένη, πιστεύοντας ότι θα έχει την επιτυχία στο τσεπάκι. Πίστεψε ότι θα αρκούσε το «σιγουράκι» του Σάββα Κυριακίδη στην απαιτητική εργασία της δραματοποίησης και η εξασφάλιση πολυμελούς, έμπειρου και ευέλικτου θιάσου για να μπει το τρένο στις ράγες. Το γενικό πρόσταγμα προσφέρθηκε στην ικανότατη Έφη Θεοδώρου και στην όλη συνταγή προστέθηκε μια πρέζα πικάντικης τηλεοπτικής διασημότητας, ώστε να «κλειδώσει» οριστικά η μαζική προσέλευση.
Όμως, σε αντίθεση με την πολίτικη και κάθε άλλη κουζίνα, στο θέατρο δεν υπάρχουν «πετυχημένες συνταγές». Η συμπυκνωμένη πλοκή, όπως παρουσιαζόταν στο σανίδι, δεν ήταν μια σφιχτή αποτύπωση της εξέλιξης του βιογραφικού κειμένου της Μαρίας Ιορδανίδου, αλλά μια χαλαρή και ασύνδετη fast forward μεταφορά, που επιχειρούσε να περάσει βεβιασμένα εικόνες, ήχους και αρώματα αλλά έμενε μακριά από τον πολιτικό, ιστορικό και πολιτισμικό πυρήνα του μυθιστορήματος, αλλά και τη γλυκόπικρη και χιουμοριστική του αύρα.
Από ένα σημείο και μετά, με τον ατάκτως ερριμμένο περιφερόμενο θίασο, έχασα το λογαριασμό για τον ποιον ρόλο έπαιζε ο καθένας, δεν υπήρχε χρόνος, χώρος και σπουδή για εμβάθυνση στο εσωτερικό τοπίο των δευτερευόντων χαρακτήρων. Όσο για την ίδια τη Λωξάντρα, ίσως η Ελισάβετ Κωνσταντινίδου να επιλέχθηκε επειδή εμφανισιακά, κινησιολογικά και φωνητικά κολλούσε μ’ αυτό που είχε η σκηνοθέτρια στο μυαλό της, ωστόσο σε καμία περίπτωση δεν σήκωσε το ούτως ή άλλως αβάσταχτο βάρος του κεντρικού ρόλου.
Δραματικά άρρυθμη, μόνο επιφανειακά έβγαζε τη χυμώδη, σχεδόν αρχετυπική ιδιοσυγκρασία της πληθωρικής γυναίκας που έχει το γενικό και αδιαμφισβήτητο πρόσταγμα στο οικογενειακό επιτελείο. Ακόμη περισσότερο, δεν έπεισε στην απόδοση της μουσικότητας της πολίτικης διαλέκτου, όπως έστω αποτυπώνεται από τη λογοτεχνική γλώσσα του μυθιστορήματος.


Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου