Κυριακή 13 Σεπτεμβρίου 2015

Συγκρατημένη «Σταχτοπούτα»


Έχοντας –τρόπος του λέγειν- εξαντλήσει το οπερατικό ρεπερτόριο του Βέρντι και του Πουτσίνι, οι διοργανωτές της όπερας αποφάσισαν να γνωρίσουν στο κοινό του Φεστιβάλ Όπερας της Πάφου και το έργο του επονομαζόμενου «κύκνου του Πέζαρο». Στις μουσικές του δόξες, ο Τζοακίνο Ροσίνι έδινε την αίσθηση ότι θα μπορούσε να συνθέσει ταιριαστή μουσική ακόμη και για… τηλεφωνικό κατάλογο. Πόσω μάλλον όταν επρόκειτο για δημοφιλή στην εποχή του παραμύθια και μύθους, τα οποία είχε και την τάση να αλλάζει τα φώτα. 

Είναι σίγουρο ότι όπως ο Σαίξπηρ θα είχε σοβαρές ενστάσεις για τον Οθέλλο με το ιλαρό τέλος, έτσι κι η κωμική «Σταχτοπούτα» απείχε παρασάγγας από την εκδοχή του Σαρλ Περώ, με τα μεταφυσικά, μαγικά στοιχεία να απαλείφονται, τη μητριά να γίνεται πατριός και το γοβάκι βραχιόλι.

Δεν μπορώ να πω ότι το συγκεκριμένο λιμπρέτο είναι από τα αγαπημένα μου, παρά την ενδιαφέρουσα ρομαντική διακήρυξη περί «θριάμβου της καλοσύνης» και τιμωρίας της ανθρώπινης ματαιοδοξίας, με φόντο την προαιώνια πάλη των τάξεων. Επειδή έχουμε μόνο μια ευκαιρία το χρόνο να δούμε παραγωγή όπερας θα προτιμούσα να παρακολουθήσω ένα πιο χαρακτηριστικό και «βατό» έργο του Ροσίνι, όπως τον «Κουρέα της Σεβίλλης» ή τον «Γουλιέλμο Τέλλο».

Σε κάθε περίπτωση, το κοινό που κατέκλυσε και φέτος τις λυόμενες κερκίδες στην Πλατεία του Κάστρου και χειροκρότησε τους συντελεστές πρέπει να το έχει πάρει σιγά- σιγά απόφαση ότι ήρθε ο καιρός να ξεχάσει τις υψηλότονες και πιο «γεμάτες» παραγωγές των πρώτων ετών του Φεστιβάλ, ενώ δεδομένη πρέπει να θεωρείται στην (όποια) συνέχεια η μόνιμη συμμετοχή της Συμφωνικής Ορχήστρας Κύπρου. Αυτή η πραγματικότητα έχει τις αμφίδρομες θετικές της προεκτάσεις, δεν παύει όμως να αποτελεί έναν αναγκαίο συμβιβασμό που διατηρεί το καλλιτεχνικό ταβάνι σε οριακά επίπεδα.

Γενικά, δεν ήταν άσχημο το αποτέλεσμα αλλά ούτε κι από αυτά που θα θυμόμαστε για καιρό. Το σκηνικό έμοιαζε φτωχικό και πρόχειρο αλλά συν τοις άλλοις κακοτοποθετημένο και «πνιγμένο» σε πολύχρωμους φωτισμούς. Τα κοστούμια ήταν πιο προσεγμένα και η σκηνοθεσία συγκρατημένη, με ελεγχόμενες εντάσεις. Οι ερμηνείες των μονοδών ήταν φωνητικά μετρημένες και σωματικά μάλλον δύσκαμπτες, με εξαίρεση τον ζωηρότερο «υπηρέτη» του βαρύτονου Μάρκο Μπούσι.

Έχω την αίσθηση ότι η παράσταση ατύχησε στο ρόλο του ματαιόδοξου πατριού δον Μανίφικο, με τον κατά τ’ άλλα έμπειρο και καταξιωμένο μπάσο Μπρούνο Πρατικό να δίνει μια ράθυμη και «στεγνή» ερμηνεία. 



Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου