Η κυπριακή περιφέρεια δεν θα έπρεπε να στερείται επιλογών σε θεατρικά είδη κι ορθά οι Πολιτιστικές Υπηρεσίες διαπίστωσαν ένδεια, οφειλόμενη κυρίως σε μια προσκόλληση στην κυπριακή ηθογραφία. Το πιλοτικού χαρακτήρα πρόγραμμα παρουσίασης θεάτρου κλασικού ρεπερτορίου σε κοινότητες, ωστόσο, δεν θα είχε καμιά τύχη και θα ήταν και επιζήμιο εάν δεν υλοποιούνταν στη βάση μιας σοβαρής οργανωτικής και καλλιτεχνικής προσπάθειας, δεδομένου και του ότι ο προϋπολογισμός του προγράμματος ήταν χαμηλός.
Η παραγωγή ξεκίνησε τη ρομαντική της οδύσσεια στις 25 Ιουλίου στη Σαλαμιού με ενδιάμεσους σταθμούς το Μιτσερό, τα Σπήλια, την Τάλα και την Αγία Μαρίνα Ξυλιάτου και κλείνει τον κύκλο της με μια επιπλέον παράσταση, αύριο Κυριακή στο Θέατρο Παλλάς, καθώς οι ιθύνοντες επιθυμούσαν να τη θέσουν και στην κρίση του θεατρόφιλου κοινού της πρωτεύουσας.
Εκείνο το βράδυ στο Μιτσερό στις 7 Αυγούστου ήταν εξαιρετικά ενδιαφέρον, ειδικά εξαιτίας της διαπίστωσης ότι οι κοινότητες της περιοχής κινούνταν για μερικές ώρες στους ρυθμούς του Μαριβώ και της «Κληρονομιάς» του, γεγονός που επιβεβαιώθηκε από την αθρόα προσέλευση στο ανοιχτό αμφιθέατρο «Κωστής Δαμιανού» από 300 και πλέον άτομα όλων των ηλικιών. Οι αντιδράσεις του κοινού ήταν εξαιρετικά θετικές και έντονες μπροστά στο σκηνικό αποτέλεσμα κι αυτό σημαίνει ότι τουλάχιστον το διασκέδαζε. Με τον ιδιαίτερο τρόπο του.
Στον Γάλλο κλασικό κωμωδιογράφο άρεσε να στήνει ιλαρές ίντριγκες, ιδιότυπα ερωτικά γαϊτανάκια όπου οι εμπλεκόμενοι ωθούνται να παίζουν ρόλους του επιθυμητού τους εαυτού. Ο σκηνοθέτης Τάκης Χριστοφάκης δεν έκανε το μεγάλο λάθος να σερβίρει «μασημένο φαγητό» στους «αμύητους» θεατές της κυπριακής υπαίθρου. Για να το αποφύγει όμως αυτό, δεν χρειάστηκε να μπει στον κόπο να βάλει νεωτεριστικά χαλινάρια στην καλπάζουσα κωμική φύση του έργου, αντίθετα επιχείρησε να τονίσει την εποχή και το ιδίωμά του.
Επίσης, θεώρησε περιττή οποιαδήποτε προσπάθεια χοντροκομμένης σύνδεσης με τη σύγχρονη πραγματικότητα, που ενδεχομένως να εκμαίευε μερικά δράμια γέλιου παραπάνω. Κι αυτό με την ασφάλεια της γνώσης ότι το κοινωνικό, ανθρωπολογικό και πολιτικό σχόλιο, οι προεκτάσεις του έργου και η προβολή στο σήμερα προέκυπταν αβίαστα από το ίδιο το κείμενο.
Θέμα του έργου είναι η τοξικότητα του χρήματος, που ταρακουνάει συθέμελα την αγνότητα των συναισθημάτων. Στην εποχή μας οι επιλογές των ηρώων θεωρούνται κωμικές υπερβολές πολύ λιγότερο σε σχέση με την εποχή του γαλλικού μπαρόκ. Μερικές πινελιές φινέτσας και μια περισσότερο τεχνική προσήλωση στην περιλάλητη χαριτολογία του «μαριβοντάζ» απελευθέρωναν τη φαντασία και αναδείκνυαν την ψυχολογική αλήθεια της «Κληρονομιάς», όπου τα προφανή αισθήματα τίθενται σε αμφισβήτηση και πέφτουν μουδιασμένα στο κρύο τραπέζι μιας διαπραγμάτευσης με χρηματοοικονομικούς όρους.
Δεν ήταν μια παράσταση τολμηρή, αλλά ούτε είχε την ενοχλητική χροιά ενός απόμακρου διδακτισμού. Ήταν περισσότερο μια λειτουργική πρόταση, με πλήρη επίγνωση των στόχων και της φιλοσοφίας του προγράμματος στο πλαίσιο του οποίου παρουσιάστηκε. Δεν χρειαζόταν ευρηματικότητα, αλλά τη διεισδυτικότητα που θα αποτύπωνε επαρκώς την ατμόσφαιρα του έργου σ’ ένα πολύ δεκτικό και ενθουσιώδες κοινό, που ήρθε να παρακολουθήσει με αγαθές προθέσεις και γνήσια περιέργεια.
Οι θεατές εισέπρατταν στη σωστή, ελεγχόμενη ποσότητα τον λόγο, την υφολογία και τη ζωτικότητα του έργου που απέδωσαν με επιτυχία οι έξι ηθοποιοί.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου