Κυριακή 12 Ιουλίου 2015

Σφιγμένο πάθος


Οι θεατρικές παραστάσεις είναι σαν τα λουκάνικα: καλύτερα να μην ξέρεις πώς γίνονται. Απλώς απολαμβάνεις το τελευταίο στάδιο της παραγωγής. Αν διακρίνεις τα υπολείμματα κρέατος, τα καρυκεύματα, το έντερο, κάτι από την απόλαυση χάνεται. Αν λοιπόν διακρίνεις τόσο ανάγλυφα τη δουλειά του κινησιολόγου, του σκηνογράφου, του συνθέτη, όταν οι ερμηνείες μοιάζουν τόσο απομονωμένες, κάτι δεν πάει καλά.  Τέτοιες παράξενες σκέψεις έκανα αφήνοντας πίσω μου το αμφιθέατρο Μακαρίου Γ’ την περασμένη Τετάρτη, προβληματισμένος από τη θέαση του Ιππόλυτου του Ευριπίδη από τον ΘΟΚ.


Ο Νεοκλής Νεοκλέους δεν ήταν αδιάβαστος. Και ιδέες είχε, και όραμα φάνηκε να έχει και στόχο και αρκετά εξοικειωμένος είναι με το αντικείμενο, έχοντας παίξει σε τόσες και τόσες παραστάσεις αρχαίου δράματος. Στην παράσταση ήταν εμφανής ο υπερβάλλων ζήλος να αποδείξει ότι χωρίς «βαριά» ονόματα στο σανίδι, αλλά με μπόλικο νεανικό ενθουσιασμό και κέφι μπορεί κανείς να φτάσει σ’ ένα αναπάντεχα καλό αποτέλεσμα.

Με αυτοπεποίθηση και αυστηρότητα που δεν τεκμηριώθηκε στο σανίδι, ο σκηνοθέτης επιχείρησε να τιθασεύσει τον νεανικό ενθουσιασμό και να εντάξει τα επιμέρους υλικά στον οδικό χάρτη που είχε από την αρχή συνθέσει. Το νέο αίμα του κυπριακού θεάτρου τον ακολούθησε με κέφι και πίστη. Και εκτέθηκε. Γιατί το αποτέλεσμα ήταν μια «μαθηματική», νευρική και στεγνή παράσταση που δεν αποφάσιζε αν θέλει να πατήσει πάνω στην κλασική φόρμα ή αν πιστεύει πραγματικά στα νεωτεριστικά στοιχεία που προσδοκούσε να εντάξει.

Έχω μια υποψία ότι «από μέσα» δεν συνειδητοποιούν τα προβλήματα της παράστασης, που άλλωστε μπορεί μόνο εγώ να τα «βλέπω». Ίσως στεναχωρώ καλλιτέχνες που ειλικρινά εκτιμώ, όμως προσωπικά, απόλαυσα μόνο τις στιγμές που το κείμενο «κόχλαζε», όπως π.χ. τον ιλαροτραγικό μισογυνικό μονόλογο του Ιππόλυτου. Το σκηνικό αποτέλεσμα ήταν τόσο «σφιγμένο» που υπονόμευσε την «των τοιούτων παθημάτων κάθαρσιν» και η όποια τέρψη στον θεατή στις ξεφούσκωτες κορυφώσεις δεν ερχόταν με τη μορφή συγκίνησης, αλλά στην –καλύτερη περίπτωση- με τη μορφή ευθυμίας.

Ο ΘΟΚ που ξέραμε αλλάζει τη διαδικασία πρόσληψης των ηθοποιών και μπαίνει σε μια νέα εποχή. Και επέλεξε να τον αποχαιρετήσουμε καθώς φεύγει με μια φρέσκια πρόταση, που θα βασίζεται αυστηρά στο «νέο αίμα». Ομολογουμένως, αυτό που έλειπε από την παράσταση δεν ήταν η φρεσκάδα και το πάθος, αλλά ο παλμός και το μάθος.




Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου